neologism

  1. nickel

    guilty pleasure = ένοχη απόλαυση

    Να μια σύμφραση που πρόσφατα μπήκε στα αγγλικά λεξικά: guilty pleasure noun something, such as a film, television programme, or piece of music, that one enjoys despite feeling that it is not generally held in high regard: everybody has a guilty pleasure—for me, it has to be mid 70s disco | [as...
  2. nickel

    video chat

    video chat noun a face-to-face conversation held over the Internet by means of webcams and dedicated software: both sons are now in China, and she often has video chats with them when she is in New York. verb (video-chat) (video-chats, video-chatting, video-chatted) [no object] take part in a...
  3. nickel

    Wikipedian = Βικιπαιδιστής

    Η λέξη μπαίνει στα λεξικά: Wikipedian /wɪkɪˈpiːdɪən/ noun a person who contributes to the collaboratively written online encyclopedia Wikipedia, especially on a regular basis: to committed Wikipedians, the site is the embodiment of an ideology of free information for all Origin: early 21st...
  4. nickel

    narrative = αφήγημα (και πώς θα το ορίσουμε)

    Στον παλιότερο τίτλο του Βήματος («Το νέο αφήγημα του Γιώργου») ή τον πιο πρόσφατο («Για ένα νέο εθνικό αφήγημα») ή στο χρυσοχοΐδειο «Γυρίζουμε σελίδα γράφοντας ένα νέο αναπτυξιακό αφήγημα» (αυτό που σήμερα αφηγείται ο κ. Χατζηδάκης) έχουμε μια σημασία του αφηγήματος που δεν θα βρείτε στα...
  5. nickel

    needy

    Την πιο πρόσφατη σημασία της καθομιλουμένης δεν περίμενα να την έχουν τα αγγλοελληνικά λεξικά. Πρόσφατα, άλλωστε, μπήκε στα αγγλικά. Το OED δεν την έχει. Την έχουν τα πιο σύγχρονα και ενημερωμένα: (of a person) needing emotional support; insecure. [ODE] (of people) not confident, and needing a...
  6. nickel

    ο Μαυρογιαλούρος

    Δεν ξέρω τη διαφορά ανάμεσα σε Μαυρογιαλούρους παλαιάς και νέας κοπής (για την τρέχουσα επικαιρότητα, εδώ), αλλά αντιγράφω από δύο καλές πηγές (κάνω ελάχιστες αλλαγές): Μαυρογιαλούρος Ο πολιτικός ή ο συνδικαλιστής που έχει εύκολες τις υποσχέσεις, που θέλει να παραμυθιάζει τους ψηφοφόρους του...
  7. nickel

    εισιτηριοδιαφυγή = fare evasion, fare dodging

    Για τον νεολογισμό εισιτηριοδιαφυγή άνοιξα το νήμα. Αποδίδει αγγλικούς όρους όπως το fare evasion ή το fare dodging. Για τους fare dodgers έχουμε το πιο δύσπεπτο εισιτηριοδιαφεύγοντες ή το κλασικό λαθρεπιβάτες. Το ουσιαστικό τού λαθρεπιβάτης είναι λαθρεπιβίβαση, αλλά τι έχετε να πείτε για τη...
  8. nickel

    αποκαλόκαιρο

    «Ήταν στα τέλη ενός Σεπτέμβρη αιφνιδιασμένου από το αργόσυρτο, τυραννικό αποκαλόκαιρο» διαβάζω σ' ένα μυθιστόρημα. «Οι τρύπες για να αναπνέει δεν αρκούσαν να το ανακουφίσουν από τη ζέστη του αποκαλόκαιρου» βλέπω σε ένα άλλο, του Καρνέζη. Τη λέξη τη βρίσκω στο Μείζον («το τέλος του...
  9. nickel

    Απ' αυτό το πλευρότους

    Το μανιτάρι Pleurotus, αυτό το ωραίο μανιτάρι που δεν πάνε πολλά χρόνια που προστέθηκε στη δίαιτά μας, έχει όνομα σχηματισμένο από ελληνικές λέξεις: πλευρά + ους, ωτός «αφτί». Είμαι βέβαιος ότι όλοι οι λεξικογράφοι μας το έχουν βάλει στο τραπέζι τους, αλλά στα λεξικά τους δεν το έχουν βάλει. Το...
  10. nickel

    κυβερνητισμός

    κυβερνητισμός (ο) η κατάκτηση της εξουσίας και η παραμονή στην κυβέρνηση ως κυρίαρχη προτεραιότητα, αν όχι αυτοσκοπός, ενός κόμματος, η προσκόλληση στην κυβερνητική εξουσία. Άλλοι συνοπτικοί και ενδεχομένως ακριβέστεροι ορισμοί; Και πώς το λέμε αυτό στα αγγλικά; Κάποια governmentism που...
  11. nickel

    sun visor = σκιάδιο ή σκίαστρο;

    sun visor Πώς το λέμε, αλήθεια, το πλαίσιο στο πάνω μέρος του παρμπρίζ που βοηθά να μην τυφλώνονται ο οδηγός και ο συνοδηγός από το φως του ήλιου; Το λέμε σκίαστρο; Δεν τα πάω καλά με την ορολογία του αυτοκινήτου (και πού να μπούμε κάτω από το καπό!), οπότε ρωτάω ανερυθρίαστα τους γνωρίζοντες...
  12. nickel

    clinical = κλινικός | (μτφ.) ψυχρός, αντικειμενικός | αποτελεσματικός

    Τρία παραδείγματα με clinical από τη ροή σχολίων στο BBC: "Italy were not exactly clinical against England so let's hope Germany have brought their collective shooting boots tonight..." Former England captain Alan Shearer on MOTD: "Italy thoroughly deserve it. Italy were the better team, in...
  13. nickel

    Τι γίνεται με το multitasking;

    Πριν από τρία χρόνια, σε μια ερώτηση καθαρά τεχνικής φύσης, είχε γραφτεί ότι το multitasking είναι στα ελληνικά πολυδιεργασία. Έτσι αποφάσισε κάποτε η Microsoft και φαντάζομαι ότι ο κόσμος της Microsoft εξακολουθεί να πολυδιεργάζεται και να βολεύεται πολυδιεργαστικά. Υπάρχει, βέβαια, και η...
  14. nickel

    brainstorming = κατιδεασμός, καταιγισμός ιδεών

    Ο κατιδεασμός υπάρχει ήδη στο ΛΝΕΓ. κατιδεασμός (ο) η συλλογική διαδικασία (συνήθ. μεταξύ στελεχών επιχειρήσεων) που ακολουθείται για την επίλυση προβλημάτων, την παραγωγή πρωτότυπων ιδεών, την ενεργοποίηση και ενθάρρυνση τής δημιουργικής σκέψης κ.λπ., κατά την οποία όσοι παρίστανται μετέχουν...
  15. nickel

    υποσιάγονο = chin strap | chin rest

    Καλημέρα. Κάνω μια μικρή έρευνα για αυτή τη λέξη, την οποία κατάφερα να βρω μόνο στην Εγκυκλοπαίδεια του Δρανδάκη να περιγράφει το λουράκι («δερμάτινος ταινία») που συγκρατεί το πηλήκιο των στρατιωτικών.* Στο διαδίκτυο βλέπουμε ότι χρησιμοποιείται για το λουράκι του κράνους (του μοτοσικλετιστή...
  16. nickel

    catfight = γυναικοκαβγάς

    catfight Pronunciation: /ˈkatfʌɪt/ noun (informal) a fight between women. Κλέβω την πληροφορία για το catfight σε τίτλο άρθρου του Βήματος από το σημερινό του Σαραντάκου. Όπως επισημαίνει ο συνονόματος: Τόσο πασίγνωστο είναι αυτό το catfight που έπρεπε να μείνει αμετάφραστο; (Αν το θέλαμε...
  17. dharvatis

    "ανεπαρκώ";

    Τα δικά μου λεξικά δεν έχουν το ρήμα "ανεπαρκώ", αλλά βρίσκω πολλές αναφορές στο Διαδίκτυο (κυρίως στο γ' πληθυντικό «ανεπαρκούν»). Οι μετοχές του ρήματος αυτού χρησιμοποιούνται συχνά σε ιατρικά κείμενα ως μια βολική μετάφραση του failing (π.χ. «ανεπαρκούσα καρδιά / βαλβίδα» κ.λπ.). Ξέρετε αν...
  18. nickel

    succulents, succulent plants, fat plants = παχύφυτα

    Succulent plant From Wikipedia, the free encyclopedia Not to be confused with cactus; cacti are succulents but not all succulents are cacti. Succulent plants, also known as succulents or fat plants, are water-retaining plants adapted to arid climates or soil conditions. Succulent plants store...
  19. nickel

    lookism = εμφανισιακές διακρίσεις, εμφανισιακός ρατσισμός

    Από το προχτεσινό M-W's Word of the Day: lookism noun prejudice or discrimination based on physical appearance and especially physical appearance believed to fall short of societal notions of beauty EXAMPLES As a teacher, Kim's response to recent studies showing that attractive students...
  20. nickel

    παροχολογία

    Παραδείγματα χρήσης: προκαλεί συνεχώς την ελληνική κοινωνία με την ακατάσχετη παροχολογία του η υποσχεσιολογία, η κινδυνολογία, η παροχολογία Σε μια άκρατη παλαιοκομματική παροχολογία […] επιδίδονται μέλη […] Ακάλυπτες επιταγές η παροχολογία της κυβέρνησης Η μεταπολιτευτική δημοκρατία μας...
Top