medical

  1. nickel

    στάτο και στατό

    Πριν από πολλά χρόνια η ΕΛΕΤΟ είχε προτείνει να χρησιμοποιείται το στάτο για να αποδίδεται το αγγλικό status. Σε μια ανακοίνωση του 1oυ Συνεδρίου για την Ελληνική Γλώσσα και Ορολογία (1997) διαβάζω: condition = κατάσταση, συνθήκη mode = κατάσταση, τρόπος state = κατάσταση status = κατάσταση...
  2. nickel

    επίκριση (στην ιατρική)

    Αναζήτησα σε σύγχρονα λεξικά τη σημασία της επίκρισης στην ιατρική. Τζίφος. Αν δεν δεις τη χρήση της λέξης σε αρκετά κείμενα, μένεις με την απορία, σε τι είδους κρίση αναφέρεται; Ο Πάπυρος έχει τη σημασία «τελική κρίση για τη σημασία και την πρόγνωση νόσου». Μάλλον πρόκειται για απόδοση του...
  3. nickel

    εμβαλάγιο = package

    Σε συζήτηση σε άλλο χώρο μεταφραστών έκανα την εξής καταχώρηση για αυτόν τον όρο που δεν εμφανίζεται στα σύγχρονα λεξικά: Η λέξη ήταν εμβαλλάγιον, από τη γαλλική emballage (=συσκευασία, περιτύλιγμα), που έχει δώσει το πιο διαδεδομένο «αμπαλάζ». Ο παλιός εξελληνισμός της λέξης χρησιμοποιείται...
  4. nickel

    compliance, compliant = ενδοτικότητα, ενδοτικός

    Διαβάζω στο ODE: compliance 2 (Physics) The property of a material of undergoing elastic deformation or (of a gas) change in volume when subjected to an applied force. It is equal to the reciprocal of stiffness. 2.1 (Medicine) The ability of an organ to distend in response to applied pressure...
  5. nickel

    postcoital tristesse = μετασυνουσιακή δυσφορία

    Ένα ωραίο που άκουσα στη σημερινή ραδιοφωνική εκπομπή του Παύλου Τσίμα για την περίοδο μετά τις εκλογές του Μαΐου είναι ότι θυμίζει την περίοδο της μελαγχολίας μετά το σεξ. Για την ακρίβεια, ο όρος είναι postcoital dysphoria (PCD) ή postcoital tristesse (PCT) ή post-sex blues, και στα ελληνικά...
  6. nickel

    Federal law restricts this product to sale by or on the order of a licensed practitioner

    Υπάρχει μια συχνή διατύπωση σε ιατρικά κείμενα που λέει πάνω κάτω: (United States) federal law restricts this product / device to sale by or on the order of a licensed practitioner / physician...
  7. nickel

    specific medical conditions

    Ποια είναι η ειδικότερη σημασία του specific στο σύμπλοκο specific medical conditions; Γιατί έχω την εντύπωση ότι είναι κάτι περισσότερο από απλό «συγκεκριμένες»; Οι medical conditions είναι «καταστάσεις της υγείας» ή «ιατρικές καταστάσεις»; Δύο από τα πρώτα παραδείγματα σε γκουγκλαναζήτηση...
  8. nickel

    Fractures - Κατάγματα

    Από τη Wikipedia: http://en.wikipedia.org/wiki/Bone_fracture#Orthopedic Classification: Orthopedic In orthopedic medicine, fractures are classified in various ways. Historically they are named after the doctor who first described the fracture conditions. However, there are more systematic...
  9. A

    split-night study

    Θα ήθελα τη γνώμη σας για το πώς θα μπορούσε να μεταφραστεί η φράση split-night study (αναφέρεται σε μελέτη ύπνου) ευχαριστώ άννα
  10. nickel

    Εσείς έχετε "ελληνικό πόδι";

    Μόλις ανακάλυψα ότι δεν έχω ελληνικό πόδι. Κοίταξα προσεχτικά τα δάχτυλα του ποδιού μου και, εκτός από τη διαπίστωση ότι είναι πάλι καιρός να κάνω πεντικιούρ, ανακάλυψα επίσης ότι έχω ρωμαϊκό πόδι (ή μήπως ρωμαίικο;). Το «ελληνικό πόδι» είναι το λεγόμενο σύνδρομο ή δάχτυλο Μόρτον, μια δυσμορφία...
  11. nickel

    συγγενής διαμαρτία

    καλημέρα. Θυμάμαι ότι η διαμαρτία με είχε ταλαιπωρήσει όταν ήμουν μικρός — μέχρι να ανοίξω το λεξικό. (Είχα την καλή συνήθεια να κρατάω τα λεξικά κοντά μου.) Αλλά και η σημασία τού συγγενής μπορεί να προβληματίσει κόσμο. Από το ΛΚΝ: διαμαρτία η : (ιατρ.) ανωμαλία στη σωματική διάπλαση ή...
  12. nickel

    section (verb, UK) = εγκλείω, κλείνω (σε ίδρυμα)

    Μαθαίνουμε και κανένα καινούργιο αγγλικό από τις ταινίες (αυτό από το αγγλικό Broken). section /ˈsɛkʃ(ə)n/ verb [with object] 1 divide into sections: she began to section the grapefruit (section something off) separate an area from a larger one: parts of the curved balcony had been sectioned...
  13. nickel

    εξαρτησιογόνος

    Να πω πρώτα ότι τα λεξικά μας δεν την έχουν τη λέξη — ακόμα. Όχι ότι δεν την ξέρουν. Το ΛΝΕΓ τη χρησιμοποιεί σε ερμήνευμα, στο λήμμα στέρηση: σύνδρομο στέρησης / στερητικό σύνδρομο (για τοξικομανείς) η ψυχοσωματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο χρήστης, όταν νιώθει πολύ έντονη και πιεστική...
  14. surfmadpig

    task shifting (medical)

    (από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας) Είναι έννοια που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και γενικότερα, αλλά μου φαίνεται πως είναι αποκλειστικά ιατρική και αφορά αναπτυσσόμενες χώρες. Εκτός αν παράλειψα κάτι, δεν πρέπει να υπάρχει ελληνικός όρος. Καμιά πρόταση; Ίσως "μετάθεση εργασίας"; edit...
  15. nickel

    adverse event = ανεπιθύμητο συμβάν, ανεπιθύμητο σύμβαμα

    Νομίζω ότι η πιο δόκιμη απόδοση τού adverse event είναι «ανεπιθύμητο σύμβαμα». Εσείς που ξέρετε καλά τα ιατρικά και ο νους σας κατεβάζει, ποια θα θεωρούσατε ότι είναι η καλύτερη εκλαϊκευμένη απόδοση, να μην ακούσει ο ασθενής «σύμβαμα» και προσπαθεί να εικάσει τη σημασία, να μην ακούσει και ο...
  16. Eleni_B

    total strip volume > total volume of diabetes test strip sales

    Καλημέρα σας, Θα μπορούσατε να μου επιβεβαιώσετε αν με τον παραπάνω όρο εννοούμε τον "καθαρό κύκλο εργασιών". Ορίστε και το συγκείμενο: Understanding Type 2 diabetes is indeed important as this market segment represents the vast majority of all people with diabetes and accounts for more than...
  17. nickel

    colostomy reversal

    A colostomy reversal, also known as a colostomy takedown, is a reversal of the colostomy process by which the colon is reattached to the rectum or anus, providing for the reestablishment of flow of waste through the gastrointestinal tract. http://en.wikipedia.org/wiki/Colostomy_takedown...
  18. nickel

    self-induced abortion

    A self-induced abortion (or self-induced miscarriage) is an abortion performed by the pregnant woman herself outside the recognized medical system. http://en.wikipedia.org/wiki/Self-induced_abortion Αλλά και άλλα διάφορα self-induced της αγγλικής γλώσσας, π.χ. self-induced injuries. Μας κάνει...
  19. nickel

    εκσεσημασμένος

    Πέρα από την παραπάνω επισήμανση, καλό είναι να υπάρχει ένα νήμα με την ιατρική σημασία, αφού η λέξη δεν υπάρχει στα σημερινά λεξικά ενώ σ' εκείνα που έχουν το εκσημαίνω δεν θα βρούμε τη νέα σημασία του. Στο διαδίκτυο: εκσεσημασμένος = marked, pronounced εκσεσημασμένη ταχυκαρδία = marked...
  20. nickel

    αφασία = (ιατρ.) aphasia | (καταχρ.) coma, (μτφ.) lethargy | (κν.) a riot, a hoot

    Στην ιατρική, η αφασία είναι μια πολύ συγκεκριμένη διαταραχή. Και μάλιστα ο όρος είναι αντιδάνειο, δηλαδή φτιάξανε έξω από τον άφατο (speechless) την aphasia [əˈfeɪʒə] (speechlessness) και έτσι αποκτήσαμε κι εμείς την αφασία. Διάφορους τύπους της διαταραχής βρίσκει κανείς στα aphasia / αφασία...
Top