1. nickel

    toxics and toxins

    toxin = A poisonous substance, especially a protein, that is produced by living cells or organisms and is capable of causing disease when introduced into the body tissues but is often also capable of inducing neutralizing antibodies or antitoxins. toxic = noun A toxic chemical or other...
  2. nickel

    localization of production

    Π.χ. localization of energy production, όταν παράγουμε ενέργεια (αιολική, ηλιακή) περίπου εκεί όπου και την καταναλώνουμε. Δεν χρειάζεται να την παράγουμε αλλού και να τη μεταφέρουμε. Δεν μπορώ να πω εντοπισμό! Σκέφτομαι τοπικοποίηση, μέχρι και εντοπιοποίηση. Την κυνηγάω εδώ και ώρα και δεν...
  3. nickel

    utility-scale = μεγάλης κλίμακας, για τροφοδοσία δικτύου

    Ουκ ολίγα τα ευρήματα του utility-scale. Από μια περιγραφή (μια και δεν βρίσκω ορισμό): A utility-scale solar power plant can be one of several solar technologies – concentrating solar power (CSP), photovoltaics (PV), or concentrating photovoltaics (CPV). What distinguishes utility-scale solar...
  4. nickel

    Environment & Ecology > Περιβάλλον και Οικολογία [EN > EL]

    composting = λιπασματοποίηση, κομποστοποίηση composting toilets = τουαλέτες λιπασματοποίησης
  5. nickel

    zero-energy building, zero-carbon building = κτίριο μηδενικής ενεργειακής κατανάλωσης, κτίριο μηδενικών εκπομπών άνθρακα

    A zero-energy building, also known as a zero net energy (ZNE) building, Net-Zero Energy Building (NZEB), or Net Zero Building, is a popular term to describe a building with zero net energy consumption and zero carbon emissions annually. Zero energy buildings can be independent from the energy...
  6. nickel

    sustainable development = διατηρήσιμη ανάπτυξη

    Sustainable development (SD) is a pattern of resource use that aims to meet human needs while preserving the environment so that these needs can be met not only in the present, but also for generations to come. http://en.wikipedia.org/wiki/Sustainable_growth Με την ευκαιρία που γίνεται σχετική...
  7. nickel

    degrowth = αποανάπτυξη, απομεγέθυνση

    Γαλλικά: Décroissance http://fr.wikipedia.org/wiki/D%C3%A9croissance_%28%C3%A9conomie%29 http://en.wikipedia.org/wiki/Degrowth Ενδιαφέρουσα κάλυψη του θέματος στην Αυγή: http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=519467
  8. nickel

    tipping point

    Δύο σημασίες στην Encarta, αλλά έχω αποδόσεις για την πρώτη μόνο: critical juncture: a defining moment in a series of events at which time a series of significant, often momentous and irreversible reactions occur rapid spread in epidemic: the stage during an epidemic when the agent, especially...
  9. nickel

    forest dieback = παρακμή των δασών ;

    Λέει στο forest dieback η Wikipedia: Forest dieback (also "Waldsterben," a German loan word) is a condition in trees or woody plants in which peripheral parts are killed, either by parasites or due to conditions like acid rain and drought. Από ΕΕ: A fragmented landscape, often simplified forest...
  10. nickel

    Environment: Forests > Περιβάλλον: Δάση [EN > EL]

    agroforestry = αγροδασοπονία, γεωργοδασοπονία anthropogenic emissions = ανθρωπογενείς εκπομπές (αερίων) biome = διάπλαση, μεγακοινότητα boreal forest = βόρειο δάσος, τάιγκα carbon sequestration = δέσμευση (του) άνθρακα http://en.wikipedia.org/wiki/Carbon_sequestration the Carboniferous = το...
  11. nickel

    θερμοκηπιστής = greenhouser

    Ο νεολογισμός δεν έχει πολλά ευρήματα, ούτε καν δύο ντουζίνες, αλλά θα έλεγα ότι είναι ένας ωραίος και διαφανέστατος όρος: όταν το περικείμενο αφορά προβληματισμό για το περιβάλλον, καταλαβαίνεις ότι ο θερμοκηπιστής δεν είναι ο κηπουρός που υποστηρίζει ότι πρέπει ο καθένας μας να αποκτήσει από...
  12. nickel

    zoning = ζώνωση, (υπο)διαίρεση σε ζώνες

    Εδώ (στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος): zoning ζώνωση/(υπο)διαίρεση σε ζώνες Designation and reservation under a master plan of land use for lighten and heavy industry, dwellings, offices, and other buildings; use is enforced by restrictions on types of buildings in each zone. (Source...
  13. nickel

    wildfire = αγροτοδασική πυρκαγιά, πυρκαγιά υπαίθρου, ανεξέλεγκτη πυρκαγιά / φωτιά

    Τι είναι, τέλος πάντων, οι wildfires; Στην αρχική χρήση της λέξης, σύμφωνα με το OED, το wild αναφερόταν είτε στη φυσική προέλευση μιας πυρκαγιάς (π.χ. κεραυνός) είτε στο ότι συμβαίνει έξω από τον αστικό ιστό (wild often implying ‘natural, not artificially produced’, or ‘out of doors, not...
  14. nickel

    Energy Performance Certificate (EPC) = Πιστοποιητικό Ενεργειακής Απόδοσης

    Από τη Wikipedia: Energy Performance Certificates determine how energy efficient homes are on a scale of A-G. The most efficient homes - which should have the lowest fuel bills - are in band A. The certificate uses the same scale to define the impact a home has on the environment. Better-rated...
  15. nickel

    greenwashing = ψευτοπρασίνισμα

    greenwash : "Disinformation disseminated by an organization so as to present an environmentally responsible public image." (OED) Wikipedia: http://en.wikipedia.org/wiki/Greenwash Greenwash (a portmanteau of green and whitewash) is a term that is used to describe the act of misleading consumers...