to stream a show

cosmasad

Member
A second one today, if I may.

Streaming has become a very important activity with Covid and I am wondering how one uses this word in Greek. I have a feeling it's the same word but if one wanted to use it as a verb to say "I want to stream this movie by Aliki Vouyouklaki" how would one do it? Or "Is this movie available to stream from a website?"

Or "ERT allows you to stream their shows..."


Thank you.

Cosmas
 
The "official" term is "αναπαραγωγή μέσω ροής", I think. But the verb "στρημάρω" (or "στριμάρω", if you're one of those modern types) has become quite common. :-)
 

nickel

Administrator
Staff member
Και «μεταδίδεται σε συνεχή ροή», «μετάδοση σε συνεχή ροή». Αλλά είμαι απ' αυτούς που λένε «στριμάρω». Όχι, δεν έχει φτάσει ακόμα στα λεξικά, μόνο το «στρίμινγκ».
 
Και αν χρησιμοποιούμε το "στριμάρω", θα πούμε και "στριμάρισμα" ή θα μείνουμε στο στρίμιν;
 

daeman

Moderator
Staff member
Και αν χρησιμοποιούμε το "στριμάρω", θα πούμε και "στριμάρισμα" ή θα μείνουμε στο στρίμιν;

105 γκουγκλιές μετράω, από διάφορες σχετικές πηγές –ήδη από το 2008 στα Νέα (σε τίτλο άρθρου, μάλιστα), ακόμη και από τη Microsoft («Καταγραφή και στριμάρισμα»)– που δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητο νούμερο. Ο τολμών στριμάρει, και νικά, δεν χάνει.
 
Last edited:

nickel

Administrator
Staff member
Και αν χρησιμοποιούμε το "στριμάρω", θα πούμε και "στριμάρισμα" ή θα μείνουμε στο στρίμιν;

Νομίζω ότι, από τη στιγμή που φτιάχουμε το ρήμα σε -άρω, το -άρισμα απέχει ένα βήμα. Ενδιαφέρον θα έχει να βρούμε λέξεις σε -ινγκ που δεν έχουν δώσει ρήμα σε -άρω και, αποκεί, ουσιαστικό σε -άρισμα. Όπως το κάμπινγκ, ας πούμε.
 
Από το Αντίστροφο, αλλά τους προσθεσα το -ν. :)
(μερικές από αυτές τις λέξεις δεν τις χρησιμοποιώ ποτέ - κάποιες που έχουν δώσει σίγουρα ρήμα σε -άρω τις έβγαλα (π.χ. ντόπινγκ), αλλά ίσως να μου ξεφεύγει κάποια)

τζόγκινγκ
τράβελινγκ
μόντελινγκ
στάιλινγκ
πίλινγκ
μπόουλινγκ
τάιμινγκ
μπρεϊνστόρμινγκ
χάπενινγκ
κοκούνινγκ
ζάπινγκ (ζαπάρω; ζαπάρισμα;)
σλίπινγκ
ρινγκ
κέτερινγκ
φέρινγκ
κλίρινγκ
στρινγκ
μπράσινγκ
πρέσινγκ
ντρέσινγκ
ντάνσινγκ
σκράτσινγκ
τάτσινγκ
στρέτσινγκ
μάρκετινγκ
μίτινγκ
μπεϊμπισίτινγκ
κάστινγκ
ράφτινγκ
λίφτινγκ
μπιολίφτινγκ
μπρίφινγκ
 
Υπάρχει «πρεσάρω» και «σκρατσάρω», ίσως και «στρετσάρω». Αλλά τι είναι το μπιολίφτινγκ; :-D :-D :-D
 

nickel

Administrator
Staff member
Ας σημειωθεί ότι το ντρεσάρω και το ντρεσάρισμα δεν έχουν καμιά σχέση με το ντρέσινγκ της σαλάτας. :-)
 

daeman

Moderator
Staff member
κάποιες που έχουν δώσει σίγουρα ρήμα σε -άρω τις έβγαλα (π.χ. ντόπινγκ), αλλά ίσως να μου ξεφεύγει κάποια)

...
πρέσινγκ
...
σκράτσινγκ
...
μάρκετινγκ
...
μπρίφινγκ

πρέσινγκ: πρεσάρω, πρεσάρισμα
σκράτσινγκ: σκρατσάρω, σκρατσάρισμα (και για το μουσικό, και για το ξυστό)
μάρκετινγκ: μαρκετάρω, μαρκετάρισμα
μπρίφινγκ: μπριφάρω, μπριφάρισμα (λίγο σπάνια γραπτώς, αλλά υπάρχουν, και περισσότερο προφορικά)
 
Last edited:

daeman

Moderator
Staff member
Νομίζω ότι, από τη στιγμή που φτιάχουμε το ρήμα σε -άρω, το -άρισμα απέχει ένα βήμα. Ενδιαφέρον θα έχει να βρούμε λέξεις σε -ινγκ που δεν έχουν δώσει ρήμα σε -άρω και, αποκεί, ουσιαστικό σε -άρισμα. Όπως το κάμπινγκ, ας πούμε.

Μπορούμε να το προσεγγίσουμε κι αλλιώς: να βρούμε από τα ρήματα σε -άρω (που έχουμε μαζέψει κάμποσα) ποια δεν έχουν δώσει ουσιαστικό σε -άρισμα, αλλά παραμένουν με το -ινγκ.
 
Top