Λεξιπλασίες (Nonce words)

drsiebenmal

HandyMod
Staff member
Συγνώμη, σας ξαναφέρνω στα οινοσκευάσματα:

Ορίστε το αποτέλεσμα από μια βουτιά στον επίτομο Δημητράκο (άρα, τυπικά δεν πρόκειται για λεξιπλασίες --προσέξτε όμως λίγο καλύτερα τους ορισμούς στα τρία λήμματα ;)):

οινούττα η, Α, είδος πίττας με κρασί.


Δυστυχώς, καμία σχέση και δεν προλάβαμε να διεκδικήσουμε το προϊόν ως ΠΟΠ.

οινόχυτος-ον, ποιητ., Α, ο εξ οίνου.
οινοπίπης ο, η, Α κωμ. λ.: μπεκρής.

Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να είσαι οινδιάνοια για να καταλάβεις ότι και οι ΑΗΠ το γλένταγαν με κρασολεξιπλασίες, έστω και χωρίς Λεξιλογία :D.
 

daeman

Administrator
Staff member
...όπως επίσης και τα παρασκευάσματα εκείνα με ολίγη από σταφύλι και μπόλικο χρώμα/ζάχαρη κλπ που λέγονται καταχρηστικά "κρασιά" και θα έπρεπε να εξαφανιστούν από τα ράφια...

Στη Σουηδία μια φορά, μου έφεραν τέτοιο μαυροζούμι, όταν τους ζήτησα κρασί για να μαγειρέψω κόκορα κρασάτο. Αναγκαστικά, επειδή αυτό το σίχαμα θα ήταν αμαρτία για το καημένο το ζωντανό σφαχτό, η συνταγή άλλαξε από coq au vin σε κοκ ξενερουά.:p
 

daeman

Administrator
Staff member
Με αφορμή αυτό το νήμα.

σεξδούλευση (< σεξ + εκδούλευση, με αποβολή του εκ χάριν απλολογίας): η εξυπηρέτηση που κάνουν οι sex buddies

σεξδούλεψη : (λαϊκότρ.) η απασχόληση στην προσφορά σεξουαλικών υπηρεσιών
π.χ. Σπυράκλας ή Πίμπης Νταβαντζίδης: Ξέρεις πόσες έχω στη σεξδούλεψή μου εγώ ρε; (σημ. να μη συγχέεται με την αποπάνω σεξδούλευση, η οποία προσφέρεται δωρεάν)

σεξδουλευτής : ο προσφέρων αμειβόμενες σεξουαλικές υπηρεσίες

σεξδουλευταράς : ο παραγωγικότατος σεξδουλευτής
 

nickel

Administrator
Staff member
Θα διαφωνήσω με το σχηματισμό. Σεξοδουλευτής, σεξοδουλειά κ.ο.κ. (και, στον Ριζοσπάστη, σεξοδουλιά).
 

daeman

Administrator
Staff member
Κι εγώ διαφώνησα με το δαιμόνιό μου πριν το ποστάρω, αλλά έχουν τ' άτιμα τα δαιμόνια τον τρόπο να σε τουμπάρουν. Με δελέασε με τη σεξδούλευση και στις λεξιπλασίες δεν θέλω να βάζω ούτε λαδιά, ούτε φατσούλες. ;) Μην κοιτάς το #564 παραπάνω, πάλι το δαιμόνιο φταίει. ;-)
 

Zazula

Administrator
Staff member
Ανεμουρίνιο: ο προπονητής που πάει όπου φυσάει ο άνεμος

Μουρμουρίνιο: ο γκρινιάρης προπονητής

Χασμουρίνιο: ο κοιμήσης προπονητής
 

daeman

Administrator
Staff member
Αλογομουρίνιο: ο ιπποδρομιάκιας προπονητής

Χαμουρίνιο: ο μπερμπάντης προπονητής

Γκλαμουρίνιο: ο χλιδάτος προπονητής
 

Zazula

Administrator
Staff member
γελωτοπαλίκαρο / γελωτοπαλλήκαρο
κλόουν προχωρημένης ηλικίας ο οποίος έμεινε ανύπαντρος
 

Vrastaman

New member
Αλουμινάτι
Είδος μασονίας επιτήδειων αλουμινάδων που χρεώνουν μια περιουσία για να σου εγκαταστήσουν τα ευτελή τους κουφώματα, τα κατ' ευφημισμόν "συστήματα αλουμινίου".
 

drsiebenmal

HandyMod
Staff member
Μερικές προτάσεις νέας πολιτικής ορολογίας για τους αναλυτές των επόμενων εβδομάδων:

συναντιπολίτευση: η συναινετική αντιπολίτευση, η συμπολιτευόμενη αντιπολίτευση
σαναντιπολίτευση: η ανύπαρκτη αντιπολίτευση
ατυποσυμπολίτευση: η σιωπηρή συμπολίτευση
αντιποσυμπολίτευση: η αντιπολιτευόμενη συμπολίτευση, η συμπολίτευση «εγώ κρατάω τις αρχές μου, διαφωνώ, αλλά δεν φεύγω». Διαφορετική από την
κλαψοσυμπολίτευση: η συμπολίτευση «αμάρτησα γιατί έπρεπε αλλά θα μείνω να συνεχίσω τον αγώνα μέχρι την τελική νίκη.»
 

nickel

Administrator
Staff member
Επίκαιρο (καθώς βλέπω «Βατοπαίδι» στη φάσα του Mega):

βαλτοπέδι 3.400 ευρήματα
βαλτοπαίδι 38 ευρήματα

Κερδίζει το πρώτο.
 
Πρωί-πρωί διάβασα αυτό:

Founded by Daniel Dennett, the Philosophical Lexicon converts philosophers’ surnames into useful words (with often pointed definitions):

bergson, n. A mountain of sound, a “buzzing, blooming confusion.”
braithwaite, n. The interval of time between two books. “His second book followed his first after a long braithwaite.”
chomsky, adj. Said of a theory that draws extravagant metaphysical implications from scientifically established facts.
derrida, n. A sequence of signs that fails to signify anything beyond itself. From a old French nonsense refrain: “Hey nonny derrida, nonny nonny derrida falala.”
foucault, n. A howler, an insane mistake. “I’m afraid I’ve committed an egregious foucault.”
heidegger, n. A ponderous device for boring through thick layers of substance. “It’s buried so deep we’ll have to use a heidegger.”
hughmellorate, v. To humiliate at a seminar.
kripke, adj. Not understood, but considered brilliant. “I hate to admit it, but I found his remarks quite kripke.”
rand, n. An angry tirade occasioned by mistaking philosophical disagreement for a personal attack and/or evidence of unspeakable moral corruption.
turing, v. To travel from one point to another in simple, discrete steps, without actually knowing where one is going, or why.
voltaire, n. A unit of enlightenment.
And, inevitably, dennett: “To while away the hours defining surnames.”
 

drsiebenmal

HandyMod
Staff member
μαξιμάριος = Στέλεχος που κατοικοεδρεύει στο Μέγαρο Μαξίμου.

Το άκουσα από τη δημοσιογράφο Μαρ. Πυργιώτη, σε ραδιοφωνική περιγραφή της σημερινής γελοιογραφίας του Πετρουλάκη (από την Καθημερινή):



...και τον ακολουθούν δύο μαξιμάριοι, που του φωνάζουν:...
 

nickel

Administrator
Staff member
Άρα, στο Μαξίμου οι μαξιμάριοι, στην αριστερά οι μαξιμαλιστές και στη δεξιά οι μαξιμαληστές;

:(
 

oublexis

Member
μπανγκαλορεά δίπλωμα που πρέπει να αποκτήσετε για να κάνετε υποτιτλισμό στην Μπανγκαλόρ της Ινδίας, όπου μπορείτε να μετακομίσετε αν σφίξουν τα γάλατα εδώ, αφού εκεί φαίνεται να μετακομίζει η βιομηχανία του υποτιτλισμού, για ακόμα καλύτερες τιμές.


All candidates must:
• Must take an online language proficiency test
• Be prepared to work in the evenings, 4PM-12AM/Midnight
(free transport will be provided by the company)
• Be based in Bangalore or able to relocate to Bangalore and available to join immediately

http://www.proz.com/job/469019
 
Top