false friends, faux amis, ψευδόφιλες μονάδες, ψευδόφιλες λέξεις, ψευτοφίλες

nickel

Administrator
Staff member
Μια ψευδόφιλη που μας έχει ξεφύγει είναι το επίθετο critical. Μπορεί να σημαίνει (παραδείγματα από το ODE):

(α) κριτικός και αυτός που έχει σχέση με την κριτική και τους κριτικούς,
Professors often find it difficult to encourage critical thinking amongst their students
a critical edition of a Bach sonata

She never won the critical acclaim she sought
(β) επικριτικός,
I was very critical of the previous regime
(γ) κρίσιμος
The floodwaters had not receded and the situation was still critical
(δ) σε κρίσιμη κατάσταση
She was critical but stable in Middlesbrough General Hospital
(ε) ζωτικός, καίριος, καθοριστικός, αποφασιστικής σημασίας
Temperature is a critical factor in successful fruit storage
Getting banks lending again was critical to any recovery


Όταν κάτι είναι of critical importance, στα ελληνικά είναι ζωτικής σημασίας, καίριας σημασίας, καθοριστικής σημασίας, αποφασιστικής σημασίας, κρίσιμης σημασίας ή σκέτο κρίσιμος και όχι «*κριτικής σημασίας».

Παραδείγματα (προς αποφυγήν) από το διαδίκτυο:
Όπως ενημέρωσε, ο τομέας των 5G της εταιρείας θα κάνει κριτικής σημασίας βήματα το 2020.
Η μη τήρηση αυτού του κριτικής σημασίας ορίου μπορεί να σηματοδοτήσει μια οικονομική ύφεση, ιδίως καθώς οι μεγαλύτερες τράπεζες ..
Ο τομέας των δικτύων 5G της κινεζικής τηλεπικοινωνιακής εταιρείας θα κάνει κριτικής σημασίας βήματα το 2020, δήλωσε ο…
Για τον λόγο αυτό η εσωτερική σήμανση των χώρων τους είναι κριτικής σημασίας, όχι μόνο γιατί συμβάλλει στην δημιουργία μιας αξιόπιστης εικόνας…
 
To "κριτικής σημασίας" το λένε αρκετά οι γιατροί, και το είπε και ο Σ. Τσιόδρας προ καιρού σε μια από τις τακτικές ενημερώσεις.
 

nickel

Administrator
Staff member
To "κριτικής σημασίας" το λένε αρκετά οι γιατροί, και το είπε και ο Σ. Τσιόδρας προ καιρού σε μια από τις τακτικές ενημερώσεις.

Οι αγγλοσπούδαστοι, πιθανότατα. Τους γιατρούς να τους ακούμε στα θέματα υγείας, όχι οπωσδήποτε στα θέματα γλώσσας.
 

anepipsogos

Active member
Οι αγγλοσπούδαστοι, πιθανότατα. Τους γιατρούς να τους ακούμε στα θέματα υγείας, όχι οπωσδήποτε στα θέματα γλώσσας.

Προσυπογράφω χερσί και ποσί: μιλάμε για γλωσσική κουκουνάρα μεγατόνων...
 

nickel

Administrator
Staff member
Φαντάζομαι ότι υπάρχει σε κάθε μεταφραστικό λαθολόγιο αλλά ας μπει κι εδώ — ίσως δεν θα πάει χαμένο.

silicon = πυρίτιο (το χημικό στοιχείο)
silicone = σιλικόνη (ένωση του πυριτίου που μοιάζει με μαστίχα και χρησιμοποιείται π.χ. για στεγανοποίηση ή για εμφυτεύματα της πλαστικής χειρουργικής)

silicon chip = τσιπάκι, μικροεπεξεργαστής (ΟΧΙ «τσιπάκι *σιλικόνης» :curse: )
Silicon Valley = Σίλικον Βάλεϊ («Κοιλάδα του Πυριτίου»)

Ας δούμε τι λέει και η Wikipedia για τη Silicone Valley (με «e»):

Silicone Valley may refer to:
A misspelling of Silicon Valley, nickname for the Santa Clara Valley, also known as the South Bay area of San Francisco, the location of many American high tech companies
Silicone Valley (San Fernando Valley), a pioneering region for the pornography industry; nickname coined as a pun on Silicon Valley, but referring to silicone breast implants rather than silicon chips


Μόνο στη δεύτερη περίπτωση μπορούμε να γράψουμε για «Κοιλάδα της Σιλικόνης», αλλά καλό θα είναι να συνοδεύεται από κάποια διευκρίνιση, να καταλάβει ο αναγνώστης ότι δεν πρόκειται για μεταφραστικό λάθος.
 

Zazula

Administrator
Staff member
Ας δούμε τι λέει και η Wikipedia για τη Silicone Valley (με «e»):

Silicone Valley may refer to:
[...]
Silicone Valley (San Fernando Valley), a pioneering region for the pornography industry; nickname coined as a pun on Silicon Valley, but referring to silicone breast implants rather than silicon chips


Μόνο στη δεύτερη περίπτωση μπορούμε να γράψουμε για «Κοιλάδα της Σιλικόνης», αλλά καλό θα είναι να συνοδεύεται από κάποια διευκρίνιση, να καταλάβει ο αναγνώστης ότι δεν πρόκειται για μεταφραστικό λάθος.
To αστείο είναι ότι τα πιο ακραία ενθέματα, που είναι και αυτά που συχνά βλέπει κανείς να τυγχάνουν εκμετάλλευσης στην πορνοβιομηχανία, είναι του φυσιολογικού ορού — κι εκεί δεν μπορεί να γίνει κάποιο ανάλογο λογοπαίγνιο διότι (κανονική) Saline Valley υπάρχει ήδη στην Καλιφόρνια.
 
parodic: που αναφέρεται στην παρωδία, όχι "παροδικός" - παρωδιακός, ίσως και "παρωδικός".
 

nickel

Administrator
Staff member
Με ευκαιρία αυτό το νήμα σκέφτηκα ότι και το hysterical δεν είναι πάντα υστερικός. Όταν λένε στην καθομιλουμένη «That video of your brother is hysterical», τότε καλύτερα να το αποδώσουμε με το ξεκαρδιστικός.
 

presunto

New member
Ανοίγοντας το νήμα, μου πήρε λίγη ώρα να καταλάβω σε τι αναφέρεται, καθώς αγνοούσα τον πολύ ενδιαφέροντα όρο false friend.

Έτσι, λοιπόν, θέλησα να αναφέρω την empathy, η οποία πιθανότατα έχει αναφερθεί ξανά (αλλά οπωσδήποτε παραμένει επίκαιρη...).

Η εμπάθεια λοιπόν στα ελληνικά συνήθως χρησιμοποιείται με νόημα κοντινό εκείνου της μνησικακίας, αν και οι Αγγλοσάξονες τη χρησιμοποιούν με εντελώς διαφορετική σημασία. Γι' αυτό και επινοήθηκε ο γνωστός πια όρος ενσυναίσθηση.

Δεν γνωρίζω αν μοιραζόμαστε όλοι την ίδια στάση απέναντι σε αυτόν τον νεολογισμό, αλλά πολύ θα ήθελα να ακούσω εναλλακτικές αποδόσεις για το empathy (πέραν της ενσυναίσθησης).
 

nickel

Administrator
Staff member
Το empathy δεν είναι ποτέ εμπάθεια. Αποδίδεται ενσυναίσθηση, εναίσθηση, εμβίωση, συναισθηματική κατανόηση/συμμετοχή.

Η empathy (ήδη στο #33) είναι κλασικό ψευδόφιλο για τους Έλληνες, όπως λένε στο #34.

Η ενσυναίσθηση μπήκε για πρώτη φορά σε γενικό αγγλοελληνικό λεξικό το 1974, στο Penguin-Hellenews, με βάση τα όσα έγραφαν ειδικά λεξικά της εποχής. Το σχετικό λήμμα του Penguin-Hellenews έλεγε «(ψυχολ.) ενσυναίσθησις, εμβίωσις, εναίσθησις, συναισθηματική κατανόησις ή συμμετοχή (κατανόησις της συμπεριφοράς και των συναισθημάτων ενός άλλου ή κατανόησις και συμμετοχή εις μορφάς της τέχνης δι’ ενδοπροβολής και βάσει προσωπικών ενεργειών και βιωμάτων του ατόμου)».

Σήμερα η ενσυναίσθηση έχει επικρατήσει ως απόδοση του empathy (σε λεξικά όπως ΛΝΕΓ, Χρηστικό, Λεξικό ψυχολογίας του Cambridge, είναι ο όρος που συνδέεται άμεσα με το αγγλικό empathy), ενώ σε σοβαρή έκδοση του 1972 (Λεξικό κοινωνικών επιστημών της Unesco) έχω εντοπίσει το λήμμα εμπάθεια (με δευτερεύουσες αποδόσεις ενσυναίσθηση, εναίσθηση) με την ακόλουθη σημείωση (πριν από μια ολόκληρη σελίδα για την empathy):



Ευτυχώς δεν επικράτησε!
 

presunto

New member
Σ' ευχαριστώ πολύ για τη γρήγορη και διεξοδική απάντηση, nickel! Όχι που δεν θα είχε ήδη ασχοληθεί το forum με την empathy :p

Πολύ ενδιαφέροντα όσα παραθέτεις και ιδιαίτερα το λήμμα από το λεξικό του 1972.

Δεν γνώριζα πως η ενσυναίσθηση έχει τόσο μεγάλη ιστορία. Προσωπικά, δεν θα με πείραζε μία ανανοηματοδότηση της ελληνικής εμπάθειας. Πάντως, όπως έχουν επί της παρούσης τα πράγματα, οπωσδήποτε είναι καλύτερα η empathy να αποδίδεται ως ενσυναίσθηση, ή με κάποιον από τους εναλλακτικούς όρους.

Υ.Γ.: Πάντως, βρίσκω πολύ εύστοχη την απόδοση της empathy ως συναισθηματικής κατανόησης.
Η κατανόηση είναι ο όρος που βρίσκεται σε μεγαλύτερη αντιστοιχία με το νόημα του αγγλ. empathy στον καθημερινό λόγο (ή τελοσπάντων, στον καθημερινό λόγο μέχρι να ενταχθεί και η ενσυναίσθηση σε αυτόν).
 

anepipsogos

Active member
Σα να θυμάμαι περί το 1979-1980 τον «μετρ» τότε στην Πολιτική Επιστήμη Α.Ι.Δ. Μεταξά να μας μιλάει ακριβώς για την «empathy» ως «ενδοπάθεια». Να που το βρίσκω και στο πεντάτομο Λεξικό του Καπόπουλου. Έχει επίσης ενδιαφέρον το τι σήμαινε αρχικά «empathy» και η σημασιολογική γειτνίαση με τη «sympathy»:

εμπάθεια ή ενδοπάθεια (γερμ. Einfählung). Εννοια πλατιά διαδομένη στη γερμανική φιλοσοφία (Χέρντερ*, ρομαντικοί, φ. Τ. Φίσσερ, P. X. Λότσε*, Τ. Λιψ, Γ. Φόλκελτ, Κ. Γκρος, Β. Βόρρινγκερ, Β. Βουντ* κ.ά.), που σημαίνει την αυτοαντικειμένωση του Εγώ μας στον εξωτερικό κόσμο, την απόδοση εκ μέρους μας μιας εσωτερικής ζωής στα εξωτερικά αντικείμενα, την εμψύχωσή τους με την προβολή της προσωπικότητάς μας σ' αύτά. Η γερμανική λέξη Einfühlung (από το ρήμα sich einfühlen που σημαίνει: αισθάνομαι τον εαυτό μου μέσα) δηλώνει μια συναισθηματική συμμετοχή του Εγώ στην πραγματικότητα που έχουμε μπροστά μας. Το φαινόμενο, εξηγούν οι ερμηνευτές του, οφείλεται σε μια "έμφυτη τάση να συγχωνευθούμε με το σύμπαν ή ν' αναγνωρίσουμε την ομοείδειά μας μ' αυτό". Η έννοια της ενδοπάθειας διευκολύνει την κατανόηση του περιεχόμενου και της πολυπλοκότητας του αισθητικού φαινομένου, χωρίς τα εφευρήματα του αντικειμενικού ή υποκειμενικού ιδεαλισμού και, με την αντικειμενική συσχέτιση του ανθρώπου και του περιβάλλοντος κόσμου, θεμελιώνει την αντικειμενική ουσία της αισθητικής αξιολόγησης. Η θεωρία της ενδοπάθειας είχε ευρεία απήχηση και βαθιάν επίδραση στη γερμανική Αισθητική μεταξύ τέλους του 19ου αι. και αρχών του 20ού, ιδίως στον Μαξ Σέλλερ", που διατύπωσε μια παραλλαγή της, χρησιμοποιώντας τον όρο "συμπάθεια" για την τάση ν' αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας σε άλλα πρόσωπα ή να τα "κατανοούμε" με βάση τις δικές μας ψυχικές εμπειρίες. Βιβλιογρ.: Wilhelm Worringer. Abstraction und Einluhlung (1906, 1948).- Theodor Lipps. Zur Einluhlung (Leipzig. 1913). Γιάν. Κρητικός
ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ (Καπόπουλος 1995)
 

presunto

New member
Σα να θυμάμαι περί το 1979-1980 τον «μετρ» τότε στην Πολιτική Επιστήμη Α.Ι.Δ. Μεταξά να μας μιλάει ακριβώς για την «empathy» ως «ενδοπάθεια». Να που το βρίσκω και στο πεντάτομο Λεξικό του Καπόπουλου. Έχει επίσης ενδιαφέρον το τι σήμαινε αρχικά «empathy» και η σημασιολογική γειτνίαση με τη «sympathy» (...)

Εξαιρετικό παράθεμα! Αρχικά αντιλήφθηκα την Einfühlung ως διαδικασία αντίστροφη της empathy. Όμως, ψάχνοντας, βρήκα το παρακάτω:

Empathy translates the late-nineteenth-century German coinage of Einfühlung. Like empathy after it, Einfühlung arose in a part of empirical psychology that is no longer much cultivated, namely the psychology of aesthetic response. This may seem odd. But the fact that the German empirical psychologists of the late nineteenth century, who virtually founded the field, would have accorded much importance to the empirical, psychological side of aesthetics is actually not strange at all.
(Depew, D. (2005). Empathy, Psychology and Aesthetics: Reflections on a Repair Concept. An Interdisciplinary Journal of Rhetorical Analysis and Invention, Vol. 4(1), pps. 99-107)

Οπότε, φαίνεται πως πράγματι η αγγλ. empathy αποτελεί μετάφραση της γερμ. Einfühlung. Πιο πρόσφατα (2018), υπάρχει σχετικό άρθρο με τίτλο: From “Einfühlung” to empathy: exploring the relationship between aesthetic and interpersonal experience.

Επίσης, στο αρχικό άρθρο που παρέθεσα, διαβάζουμε παρακάτω: "Einfühlung, the German word for empathy, literally means in-feeling." Οπότε η ενσυναίσθηση αποτελεί ενδεχομένως κυριολεκτική μετάφραση της Einfühlung.

Ερώτημα: Είναι ιδέα μου, ή σήμερα η ενσυναίσθηση αφορά περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο «εγώ» εσωτερικεύω στοιχεία του αντικείμενου κόσμου, όπως τις εμπειρίες των άλλων; Αυτό δεν είναι το αντίστροφο από την «αυτοαντικείμενωση» για την οποία κάνει λόγο το παράθεμα του anepipsogos;
 

nickel

Administrator
Staff member
Το αγγλικό toast (a slice of toast, a piece of toast) μεταφράζεται φρυγανιά.


toasted sandwich

Χρειάστηκε το λάθος στα Νέα («Ο JFK έφαγε τοστ πριν τον δολοφονήσουν») για να το θυμηθούμε.

Παραθέτω τη χορταστική (γιαμ-γιαμ) περιγραφή του ΛΝΕΓ:
τοστ (το) {άκλ.} σάντουιτς που αποτελείται από δύο τετράγωνες φέτες ψωμιού αλειμμένες εσωτερικά με βούτυρο, ανάμεσα στις οποίες υπάρχουν λεπτές φέτες τυριού και ζαμπόν (και άλλα συνοδευτικά) και οι οποίες ψήνονται σε ειδική ηλεκτρική συσκευή (τοστιέρα): κρύο | ζεστό | καλοψημένο | άψητο | απλό τοστ || τοστ με ντομάτα || κάνω | ψήνω | φτειάχνω ένα τοστ || ψωμί για τοστ (καθεμιά από τις λεπτές, τετράγωνες φέτες ψωμιού, που διατίθενται σε ειδική συσκευασία στο εμπόριο). — (υποκ.) τοστάκι (το).
[ΕΤΥΜ. < αγγλ. toast < μέσ. αγγλ. to(o)sten < μέσ. γαλλ. toster < δημώδ. λατ. »tostare < λατ. tostus, μτχ. τ. τού p. torrere «ψήνω, φρυγανίζω»].

Στα αγγλικά αυτό είναι toasted sandwich. (Στη Νέα Ζηλανδία toastie και στην Ολλανδία tosti, λέει η Wikipedia.)


Εκτός από το μπέρδεμα στο οποίο έχουμε ήδη αναφερθεί, υπάρχει και η περίπτωση που το toast είναι η πρόποση και όχι το τοστ. Είμαι σίγουρος ότι, τον καιρό που παρακολουθούσα ελληνική τηλεόραση, είχα δει το toast/πρόποση να γίνεται «τοστ» σε ελληνικούς υπότιτλους. Το παρακάτω εύρημα αλιεύτηκε και αναρτήθηκε σε φατσομπουκικό τοίχο με το όνομα «A Wild Subtitle Appears» και προέρχεται από υπότιτλους της ταινίας Magic Mike. Είναι υπαρκτός υπότιτλος (δεν είναι φωτοσοπιά) αλλά δεν ξέρω την προέλευση (αν είναι πειρατικός ή επίσημος).

Το γελοίο στην υπόθεση είναι ότι δεν υπάρχει το αγγλικό toast στο πρωτότυπο. Δείτε τα αντίστοιχα κείμενα (κάπου στο 1:37:00):

l only have one thing to say.
And that is:
To my best friend.
A guy who has given me more in this
lifetime than l could ever ask for.

Έχω να πω κάτι ακόμα...
Ένα τοστ στον καλύτερο μου φίλο,
τον άνθρωπο που μου έδωσε περισσότερα
στην ζωή μου απ’ όσα ζήτησα...


Πού ξεπήδησε αυτό το «τοστ»; Η μόνη υπόθεση που μπορώ να κάνω είναι ότι ο υποτιτλιστής έκανε μια προεπεξεργασία στο μυαλό του και φύτεψε ο ίδιος το «toast» στο αγγλικό. Ή δεν έχει μάθει ακόμα την ελληνική «πρόποση» και νομίζει ότι τη λέμε «τοστ». Να τον καλέσεις στο γάμο σου και να σου κάνει τοστ…



 

nickel

Administrator
Staff member
Τα chips στα βρετανικά αγγλικά δεν είναι τσιπς. Στα βρετανικά αγγλικά chips είναι οι τηγανητές πατάτες ενώ τα τσιπς λέγονται crisps.

Στα αμερικάνικα αγγλικά chips είναι τα τσιπς, fries French fries) οι τηγανητές πατάτες, ενώ τα crisps δεν έχουν σχέση με πατάτες.

Στην περίπτωση του... εθνικού φαγητού των Εγγλέζων είναι εντελώς λάθος να μιλάμε για «ψάρι και τσιπς»!

fish and chips.jpg

Λήμμα «κουρκούτι» της Βικιπαίδειας, 5/7/2020.
 

nickel

Administrator
Staff member
ideologue
Αυτή την ψευδόφιλη τη θυμήθηκα διαβάζοντας μια ενδιαφέρουσα παρουσίαση του Promised Land του Μπαράκ Ομπάμα στους NYT. Γράφει η Νιγηριανή συγγραφέας Τσιμαμάντα Αντίτσι (Chimamanda Ngozi Adichie):

He is a man watching himself watch himself, curiously puritanical in his skepticism, turning to see every angle and possibly dissatisfied with all, and genetically incapable of being an ideologue.

Δεν είναι ολοφάνερο ότι δεν μπορείς να πεις «ιδεολόγος»;

Ο ορισμός στο λεξικό (ODE):
An adherent of an ideology, especially one who is uncompromising and dogmatic.

Ενώ στα ελληνικά ο ιδεολόγος έχει θετική σημασία (και ενίοτε ειρωνική), στα αγγλικά έχει αρνητική. Είναι ο δογματικός.
 

nickel

Administrator
Staff member
Δίστασα, γιατί δεν ήξερα αν θα έπρεπε να μπει αυτή η παρατήρηση στις ψευδόφιλες ή στο νήμα «Μη σταματάτε στην πρώτη σημασία τους». Έπειτα σκέφτηκα ότι υπάρχουν και οι παραπομπές και προτίμησα τις ψευδόφιλες επειδή νομίζω ότι το λάθος οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον δανεισμό. Λοιπόν:

he preserved his good humour ΔΕΝ σημαίνει «διατήρησε το καλό του χιούμορ»

he preserved his sense of humour = διατήρησε το χιούμορ του, διατήρησε την αίσθηση του χιούμορ του
he preserved his good humour = διατήρησε την καλή του διάθεση

Σημασία 2: a mood or state of mind, εδώ: https://www.lexico.com/definition/humour

Σημείωση: Εντοπισμός σχετικού λάθους σε βιβλίο έγινε από Λεξιλόγο σε άλλο ιστοχώρο. Επειδή το λάθος δεν είναι σπάνιο, προτίμησα να αποφύγω τη στοχοποίηση.
 
Top