false friends, faux amis, ψευδόφιλες μονάδες, ψευδόφιλες λέξεις, ψευτοφίλες

nickel

Administrator
Staff member
Είχα ξεκινήσει ένα τέτοιο νήμα σε άλλο φόρουμ (το πρόσθεσα εδώ σε PDF), πιάσανε αυτή την κουβέντα στου Σαραντάκου, είχε κάνει τη σχετική πρόκληση εδώ προ καιρού ο Ζαζ, ήρθε λοιπόν η ώρα να το ξαναπιάσουμε κι εδώ.

Υπάρχει το Αγγλο-Ελληνικό Λεξικό Ψευδόφιλων Μονάδων (Athens University Press, 2005). Η εισαγωγή του, στο συνημμένο παρακάτω. Δυστυχώς, δεν το έχω αποκτήσει ακόμα.

Θα ήθελα να παρακαλέσω οι όποιες προσθήκες να είναι ζουμερές, δηλαδή μία λέξη σε κάθε μήνυμα, με παραδείγματα πότε μπορεί (αν μπορεί) να μεταφραστεί έτσι που δηλώνει η λέξη και πότε αλλιώς. Π.χ. πότε το academic μεταφράζεται «ακαδημαϊκός» και πότε «πανεπιστημιακός».

Προς το παρόν, για το autopsy (=νεκροτομή, νεκροψία, ΟΧΙ αυτοψία) θα διαβάσετε εδώ.
 

Attachments

  • False Friends.pdf
    1.5 MB · Views: 10,367
  • FFD_Introduction.pdf
    266.8 KB · Views: 749
Last edited:

SBE

¥
Costume = στολή, ενδυμασία
To κλασικό που είχε ρωτήσει κάποιος σε πολυκατάστημα: Do you sell costumes?
Τα πιο ενοχλητικά όμως είναι κατά τη γνώμη μου τα novel= μυθιστόρημα, όχι νουβέλα (αγγλιστί novella)
practices = μέθοδοι (όχι αυτό το #%$#$%#$ πρακτικές που έχει πια καθιερωθεί)
κι από τα Γαλλικά polemique = αμφιλεγόμενος-η-ο, όχι "πολεμική" (πολεμική τί; Τέχνη; )

Για τους πανεπιστημιακούς και τους ακαδημαϊκούς νομίζω είναι εμφανής η διαφορά, η πανεπιστημιακή κοινότητα όμως, αγγλιστί academia, δεν είναι ακαδημία. Επέστρεψε στην ακαδημία, διαβάζω κατά καιρούς. :rolleyes:

Να πω εδώ όμως σχετικά με το costume ότι προχτές σε ένα μαγαζί πλάκωσαν κάτι Έλληνες τουρίστες και μία ρώτησε την υπάλληλο Miss, are you here? (όχι, βλέπετε το ολόγραμμα της, η ίδια θα έρθει αργότερα :D
 

nickel

Administrator
Staff member
Ε, μια και ανέφερες το μαγαζί, να πάρω τη σκυτάλη:

magazine = 1. περιοδικό (περιοδική έκδοση). 2. (τηλεοπτικό ή ραδιοφωνικό) μαγκαζίνο (πρόγραμμα ποικίλης ύλης). 3. γεμιστήρας όπλου. 4. αποθήκη (πυρομαχικών, εκρηκτικών υλών).

μαγαζί = shop, store

Ευκολάκι, αλλά σκυτάλη είν' αυτή.
 
practices = μέθοδοι (όχι αυτό το #%$#$%#$ πρακτικές που έχει πια καθιερωθεί)

Αυτό δεν θα το χαρακτήριζα ψευδόφιλο. Και πρακτικές, δεν είναι λάθος.
 
Αυτό δεν θα το χαρακτήριζα ψευδόφιλο. Και πρακτικές, δεν είναι λάθος.
Συνήθως, νομίζω, είναι και το κατανοητότερο. Το δε "πολεμική", επίσης ΟΚ. Και στα λεξικά πια με τη σημασία της οξείας επιχειρηματολογίας-αντιπαράθεσης.
 
Σβήστε το, αν κάνω λάθος, αλλά κάτι πάει στραβά με το sympathetic-likeable-συμπαθητικός/συμπαθής
 

Palavra

Mod Almighty
Staff member
Για να μην πω για αυτό το αναθεματισμένο I apologize (ζητώ συγγνώμη) = απολογούμαι.
 
civil engineer =πολιτικός μηχανικός
political engineer = ?
(Political engineering is a concept in political science that deals with the designing of political institutions in a society. ...
en.wikipedia.org/wiki/Political_engineering)
 

SBE

¥
civil engineer =πολιτικός μηχανικός
political engineer = ?
(Political engineering is a concept in political science that deals with the designing of political institutions in a society. ...
en.wikipedia.org/wiki/Political_engineering)

Αυτό εδώ είναι πολύ καλό παράδειγμα του γιατί διαφωνώ με τον όρο γενετική μηχανική σαν απόδοση του genetic engineering, επειδή engineering = χειραγώγηση, τροποποίηση (όπως λέμε social engineering).

Για τις πρακτικές, απλά επιβεβαιώνεται αυτό που λέω, ότι έχει γίνει πλέον τόσο κοινός ο ψευδόφιλος που έχει μπει στα λεξικά και έχει εκτοπίσει τις μεθόδους, τις τακτικές και όλα τα συναφή.
Ομοίως και το policies που το λένε όλοι πολιτικές, κολλάει δεν κολλάει.
 
Σε ελληνικό σύγγραμμα πνευμονολογίας (δεν ξέρω αν κυκλοφορεί ακόμα) ο συγγραφέας αναφέρει την κοπιώδη απόχρεμψη σαν βασικό σύμπτωμα της χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας.
Να το πάρει το ποτάμι;
Πρόκειται για το κλασικό copious expectoration :)
 
sycophant

Όχι συκοφάντης στα αγγλικά, αλλά κόλακας, και δη δουλοπρεπής
 
Παρενθετικά να πω πως οι Γ. Φλώρος & Σ. Γραμμενίδης προτιμούν τον όρο ψευδοφίλιες λέξεις (στη μετάφραση του βιβλίου 'Ορολογία της Μετάφρασης' των J. Delisle, H.Lee-Jahnke & Μ. Cormier (eds), εκδ. Μεσόγειος, 2008), με το σκεπτικό ότι το β' συνθετικό -φιλος σημαίνει αυτόν που αγαπά αυτό που εκφράζει το α' συνθετικό (π.χ. βιβλιόφιλος).
 

nickel

Administrator
Staff member
Καλημέρα. Καλά έκανες και το ανέφερες. Είχε γεννηθεί και στην παλιά συζήτηση ο ίδιος προβληματισμός και είχα γράψει «Άρα, αν στη γλώσσα μιλάμε για "ψευδοφιλία", μήπως και οι λέξεις (ή μονάδες) θα έπρεπε να αποκαλούνται "ψευδοφίλιες";» (βλ. PDF). Επέλεξα προς τον παρόν να βάλω στον τίτλο το λαϊκότερο που βγήκε από τη συζήτηση.
 

daeman

Moderator
Staff member
organic = οργανικός, κ.α.
αλλά organic products = βιολογικά προϊόντα
 
Παρενθετικά να πω πως οι Γ. Φλώρος & Σ. Γραμμενίδης προτιμούν τον όρο ψευδοφίλιες λέξεις (στη μετάφραση του βιβλίου 'Ορολογία της Μετάφρασης' των J. Delisle, H.Lee-Jahnke & Μ. Cormier (eds), εκδ. Μεσόγειος, 2008), με το σκεπτικό ότι το β' συνθετικό -φιλος σημαίνει αυτόν που αγαπά αυτό που εκφράζει το α' συνθετικό (π.χ. βιβλιόφιλος).

Υπάρχουν πάντως μερικές λέξεις σε -φιλος όπου αυτό δεν ισχύει, πχ.
άφιλος, πολύφιλος.

Στα αρχαία είναι περισσότερες (κάπου 7-8). Και το ψευδόφιλος άλλωστε υπάρχει ήδη στην ιστορία του Μεγαλέξαντρου.

Οπότε το σκεπτικό μού φαίνεται άσκεφτο.
 

nickel

Administrator
Staff member
Έτσι κι αλλιώς, εδώ δεν πρέπει να κοιτάξουμε πώς σχηματίζει σύνθετα το —φιλος αλλά πώς σχηματίζει το ψευδο— (όπως και το παλιο— στο παλιόφιλος).
 

drsiebenmal

HandyMod
Staff member
Βάζουμε κι από άλλες γλώσσες;
agrio στα ισπανικά είναι το ξινό, όχι το άγριο, profan στα γερμανικά (και profane στα αγγλικά) το βέβηλο, όχι το προφανές.
 

nickel

Administrator
Staff member
Να σου πω, δόκτορα, επειδή τα αγγλικά λίγο-πολύ τα ξέρω, με τα ισπανικά και τα ιταλικά όλο και κάποιες πατάτες θα γλιτώσω.
 
Και tessera στα ιταλικά η κάρτα (π.χ. μέλους σε ένα σύλλογο) και όχι το τέσσερα.

Όμως, δόχτορα, αυτά ΔΕΝ είναι ψευδόφιλοι, είναι ομόηχα. Ο ψευδόφιλος είναι η ίδια λέξη που πήρε άλλο νόημα λόγω του δανεισμού ή συντωχρόνω ή γενικώς σε ένα από τα σαράντα κύματα που πέρασε η λέξη. Το ομόηχο έτυχε να συμπέσει, δεν έχει ετυμολογική συγγένεια. Το γερμανικό Gift/δηλητήριο κατά σύμπτωση είναι ίδιο με το αγγλικό gift/δώρο. Το αγγλικό sycophant είναι παρόμοιο με το "συκοφάντης" διότι είναι προϊόν δανεισμού.
 
Top