false friends, faux amis, ψευδόφιλες μονάδες, ψευδόφιλες λέξεις, ψευτοφίλες

cougr

¥
......(και με τον ενδιαφέροντα όρο pussy bow)

Fantastic, Bernie! Now I finally understand the derivation of the (largely obsolete) expressions "full to the pussy's bow" (ie. μπουχτισμένος) and "had it up to the pussy's bow" (ie. had it up to the neck).
 

bernardina

Moderator
Fantastic, Bernie! Now I finally understand the derivation of the (largely obsolete) expressions "full to the pussy's bow" (ie. μπούχτισα) and "had it up to the pussy's bow" (ie. had it up to the neck).
Fantastic, cougr! I've just learnt two new idioms. Thanks, mate! :up:
 

nickel

Administrator
Staff member
Αυτό το είχα κάνει λάθος εγώ προ ημερών και μισή ώρα μετά σκέφτηκα «Μα τι έγραψα!».

elastic = λαστιχάκι ΚΑΙ ΟΧΙ ελαστικό, που είναι το λάστιχο στις ρόδες των αυτοκινήτων.


 
Επικίνδυνες οι ψευδόφιλες που είναι ψευδόφιλες σε ένα μέρος του λόγου κι όχι σε άλλο, όπως η παραπάνω (ουσ. λαστιχάκι, αλλά επ. ελαστικός). Ενδιαφέρουσα περίπτωση, βέβαια, καθώς και οι δυο ελληνικές λέξεις είναι αντιδάνεια του ελληνιστικού ελαστός (η πρώτη μέσω ιταλικής, η δεύτερη μέσω γαλλικής). Όταν αναφερόμαστε σε αυτοκίνητα, χρησιμοποιούμε και τις δυο λέξεις (λάστιχα/ελαστικά αυτοκινήτου), αλλά το λαστιχάκι έχει αυτονομημένη έννοια.
 

nickel

Administrator
Staff member
Μετά κατάλαβα ότι αν έγραφε melancholy θα εννοούσε καταθλιπτικές γατούλες, όχι μελαγχολικές. Συμφωνείτε;

Δεν συμφωνώ. Αυτή είναι η μία από τις δύο σημασίες, οπότε χρειάζεται προσεκτική αποκωδικοποίηση. Ή βάζουμε «μελαγχολικός» και αφήνουμε τον αναγνώστη να αποκωδικοποιήσει. :-)

melancholy adjective
1 Having a feeling of melancholy; sad and pensive:
she felt a little melancholy
a dark, melancholy young man with deep-set eyes
But in spite of his melancholy bearing and despondent expression, there were few who could say that they had ever seen a man of more distinguished presence.
Now she couldn't look back and remember those times without forcing back tears, or battling a melancholy wave of sadness.
Their melancholy expressions are at odds with the theatrical gaiety of their attire.


1.1 Causing or expressing sadness; depressing:
the melancholy tone of her writing
She hung up while Eden still held on, listening to the melancholy sound of the dial tone.
Sweetened by distance, the melancholy tones of a shepherd's bagpipe drifted on the breeze.
The Slave Dancer is written through Jessie's eyes, and projects a depressing, melancholy mood.

http://www.oxforddictionaries.com/definition/english/melancholy?q=melancholy

Περισσότερη κατάθλιψη θα βρεις στο melancholic:

You could get melancholic and unhappy if there is discord in the family or a misunderstanding between friends.
A lot of writers are depressive - I tend more towards anxious and melancholic.
In a way despite the seasonal cheerfulness, Christmas is quintessentially a moody and melancholic time.
 

Zazula

Administrator
Staff member
Με αφορμή την προσέγγιση ΗΠΑ-Κούβας, ακούμε πολύ στα δελτία και διαβάζουμε για τον «ανταγωνισμό» των δύο χωρών όλα αυτά τα χρόνια, ο οποίος παίρνει τέλος με αυτή την κίνηση (παράδειγμα: http://www.nerit.gr/tag/proedros-kouvas/). Εδώ ο ανταγωνισμός αποδίδει προφανώς το αγγλ. antagonism, αλλά έχει κτγμ περισσότερο την έννοια της εχθρότητας, της αντιπαλότητας κι όχι του ανταγωνισμού (όπως η λέξη χρησιμοποιείται λχ για την κούρσα των εξοπλισμών), καθώς οι δύο χώρες κάθε άλλο παρά παραπλήσιες σε δύναμη ήταν.
 
Φυσικά και έχει αρνητική έννοια και έχει να κάνει με εχθρική αντιπαλότητα. Αξίζει να αναφερθεί, νομίζω, ότι όταν μιλάμε για antagonist σε ταινίες ή βιβλία, αναφερόμαστε στον κακό της υπόθεσης και για την ακρίβεια στον εχθρό των πρωταγωνιστών.

Π.χ.:
Voldemort is the main antagonist in the Harry Potter books.
Ο Βόλντεμορτ είναι ο βασικός κακός στην σειρά βιβλίων Χάρι Πότερ.
 

nickel

Administrator
Staff member
Να βάλουμε και το ρήμα antagonize στη λίστα:

antagonize (also antagonise)
Pronunciation: /anˈtaɡ(ə)nʌɪz/
verb [with object]
Cause (someone) to become hostile:
the aim was to antagonize visiting supporters
Why go out of the way to offend and antagonize religious people?
It is spending astronomical amounts of money, alienating allies and further antagonizing opponents.
I fully admit I have gone out of my way on more than one occasion to needle and to antagonize him.

http://www.oxforddictionaries.com/definition/english/antagonize

Αυτό δεν είναι «ανταγωνίζομαι». Γιά να δούμε μερικές καλές ελληνικές αποδόσεις...
 

drsiebenmal

HandyMod
Staff member
Κάποια από αυτά θα μπορούσαν ίσως να εξυπηρετηθούν από το αποξενώνω.
 

nickel

Administrator
Staff member
Περισσότερο προς το «κοντράρω» πάει, κάπως πιο δυνατό από το «αποξενώνω».
 

nickel

Administrator
Staff member
lexicon = 1. the vocabulary of a person, language, or branch of knowledge: the size of the English lexicon. λεξιλόγιο.
2. A dictionary, especially of Greek, Hebrew, Syriac, or Arabic: a Greek-Latin lexicon. λεξικό


Στην ταινία Κάθε στιγμή μετράει (Still Alice) η Τζούλιαν Μουρ υποδύεται μια καθηγήτρια γλωσσολογίας που αρχίζει να χάνει τη μνήμη της από μια σπάνια μορφή της αλτσχάιμερ. Η πρώτη φορά που της συμβαίνει να ξεχάσει μια καθημερινή (για την ίδια) λέξη με τρόπο που την αιφνιδιάζει είναι στη διάρκεια διάλεξης που δίνει ως προσκεκλημένη ομιλήτρια σε κάποια σχολή, όπου τη βλέπουμε να κομπιάζει, να δικαιολογείται, και μετά να αντικαθιστά τη λέξη με περίφραση.

Μεταφέρω το κομμάτι της ομιλίας της που ακούμε, γιατί το βρήκα καλοφτιαγμένο:

Most children speak and understand their mother tongue before the age of 4 without lessons, homework or much in the way of feedback. How do they accomplish this remarkable feat? This is a question that has interested scientists at least since Charles Darwin kept a diary of the early language of his infant son. He observed, “Man has an instinctive tendency to speak as we see in the babble of young children.” Much has been learned since then. But today I’d like to focus on some recent studies from my lab on the acquisition of past-tense irregular verb forms in children between the ages of 18 months and two-and-a-half years. Now, you may say that this falls into the academic tradition of knowing more and more about less and less until we know everything about nothing. But I hope to convince you that by observing these baby steps into the… into… —I knew I shouldn't have had that champagne— into the word stock of a given language, we will learn crucial information about the relationship between memory and computation that is the very essence of communication.

Στην αμέσως επόμενη σκηνή τη βλέπουμε μέσα σε αυτοκίνητο να βασανίζει τη σκέψη της και να φτάνει, με ανακούφιση και πολύ προβληματισμό, στην απάντηση:
Lexicon!

Πώς να αποδόθηκε, αλήθεια, στα ελληνικά;

Ελπίζω όχι με το ψευδόφιλο «Λεξικό». Αλλά και «Λεξιλόγιο» να το είπαν, δεν πάει εύκολα ο νους του θεατή στο ότι αυτή είναι η λέξη που ξέχασε. Είναι περιορισμένη και πιο ειδικευμένη η χρήση του lexicon στα αγγλικά σε σχέση με τη χρήση του λεξιλόγιου στα ελληνικά.

(Σε πειρατικούς υπότιτλους που είδα, το έχουν απλώς παραλείψει.)
 

Earion

Moderator
Staff member
Το πρώτο στον κόσμο γλωσσικό πείραμα με παρατήρηση σε νήπιο το έκανε —αιώνες πριν τον Δαρβίνο— ο Αιγύπτιος φαραώ Ψαμμήτιχος:

The earliest recorded psychological experiment, reported about 429 B.C. in The Histories (Part 1, Book 2, paragraph 2) of the Greek historian Herodotus (?485–425 B.C.), the world's first history book. According to Herodotus, the Egyptian Pharaoh Psammetichus I (664–610 B.C.) performed the experiment to determine whether human beings have an innate capacity for speech, and if so, which particular language is innate. He ordered two infants to be brought up in a remote place by a shepherd who was forbidden to speak in their presence. After two years the children began to speak, and the word that they repeated most often was becos, which turned out to be the Phrygian word for bread. Psammetichus concluded that the capacity for speech is innate, and that the natural language of human beings is Phrygian. The experiment is conceptually similar to the Kaspar Hauser experiments by the British ethologist William H. Thorpe (1902–86), published in 1958, in which birds were reared in isolation to determine which aspects of their songs are innate.


Psammetichus experiment
 

Alexandra

Super Moderator
Staff member
Placenta στα αγγλικά σημαίνει πλακούντας.
1. (Anatomy) the vascular organ formed in the uterus during pregnancy, consisting of both maternal and embryonic tissues and providing oxygen and nutrients for the fetus and transfer of waste products from the fetal to the maternal blood circulation. See also afterbirth
2. (Zoology) the corresponding organ or part in certain mammals
3. (Botany) botany
a. the part of the ovary of flowering plants to which the ovules are attached
b. the mass of tissue in nonflowering plants that bears the sporangia or spores

Στα ελληνικά όμως εξακολουθεί να έχει τη σημασία της λατινικής ρίζας της λέξης, που κι αυτή προέρχεται από τα ελληνικά:
via Latin from Greek plakoeis flat cake, from plax flat

Πλατσέντα = σιροπιαστό γλυκό της Λέσβου με γέμιση από καρύδια ή αμύγδαλα ή χωρίς γέμιση.
 

nickel

Administrator
Staff member
Το εικονικός, όταν έχει τη σημασία "φαινομενικός | πλαστός | υποθετικός", δεν μπορεί να αποδοθεί με το iconic.

Ομοίως, icon = σύμβολο, εμβληματική μορφή

Αυτό το εικονικός, πόσες φορές το έχω δει (και διορθώσει σε εμβληματικός, όταν μπορούσα), να αποδίδει το iconic!

Και μια επανάληψη σήμερα στο ιστολόγημα του Σαραντάκου:

Εικόνες και εικονίδια

Καλημέρες
 

nickel

Administrator
Staff member
Δε θυμάμαι να το έχουμε αναφέρει, και δεν θα το έλεγα 100% ψευδόφιλο, αλλά το asbestos = αμίαντος το έχω δει πολλές φορές να μπερδεύει κόσμο.

Από τα σημερινά «μεζεδάκια» του Σαραντάκου:

ένα δικαστήριο στην Αμερική επιδίκασε μεγάλη αποζημίωση στους συγγενείς μιας γυναίκας που χρησιμοποιούσε ταλκ γνωστής μάρκας και πέθανε από καρκίνο των ωοθηκών. Διαβάζουμε λοιπόν στο pontiki.gr:

Το ταλκ, το οποίο απορροφά την υγρασία, προέρχεται από τον τάλκη, ένα ορυκτό που περιέχει μαγνήσιο, πυρίτια και οξυγόνο. Στη φυσική μορφή του, το ορυκτό μπορεί να περιέχει και άσβεστο, ο οποίος είναι καρκινογόνος. Όμως όλα τα εμπορικά προϊόντα ταλκ, στις ΗΠΑ τουλάχιστον, δεν περιέχουν άσβεστο εδώ και πολλές δεκαετίες.​

Στα αγγλικά είναι asbestos, αλλά στα ελληνικά λέμε «αμίαντος» — χαρακτηριστική περίπτωση «άσπονδου φίλου». Να προσέξουμε επίσης ότι ο τάλκης δεν περιέχει «πυρίτια» αλλά «πυριτία», που είναι διοξείδιο του πυριτίου (η άμμος, ας πούμε).
 
Top