metafrasi banner

Μη σταματάτε στην πρώτη σημασία τους — έχουν κι άλλες


Active member
Σε άρθρο με τίτλο Τσάρλι Σιν: «Έξι χρόνια νηφάλιος» (μπράβο ψυχραιμία!), υπάρχει ο υπότιτλος «Αυτή ήταν μια εξωγήινη εκδοχή του εαυτού μου». Όπως ίσως μαντέψατε, ο Τσάρλι δεν είπε extraterrestrial version αλλά alien version (ξένη/πρωτόγνωρη εκδοχή). Έχουμε δηλαδή άλλη μια εμφάνιση του Άλιεν της πρώτης σημασίας του alien!


Staff member
Τι είδα σήμερα, τι είδα σήμερα. Α ναι: to make curry. Ας αποφύγουμε στην απόδοση το «για να φτιάξεις κάρι», καθώς curry εννοούν οι Ινδοί κάθε μαγειρευτό φαγητό, κρέας με σάλτσα, συνήθως πηγμένο στα καυτερά μπαχαρικά.


Staff member
Συνάδελφος ρωτάει στο Proz για τον όρο disease conviction, την πάθηση κατά την οποία κάποιος είναι πεπεισμένος ότι είναι άρρωστος. Και ψάχνοντας να βρω κάποια ελληνική απόδοση, πέφτω σε διπλωματική εργασία στο Τμήμα Ιατρικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, όπου διαβάζω τα εξής:

Η έννοια της υποχονδρίασης διερευνήθηκε και μελετήθηκε λαμβάνοντας στοιχεία από ένα μεγάλο δείγμα φοιτητών με βάση δύο ξεχωριστές διαστάσεις, οι οποίες συνίστανται αφενός μεν στο φόβο της ασθένειας και αφετέρου στην καταδίκη της.

Originally, the word "conviction" stemmed from the Latin word "convictio," which means "proof" or "demonstration." In its earliest usage, "conviction" referred to the act of proving someone guilty of a crime, typically through evidence or a legal process. This legal sense of the word is still prevalent today and refers to a formal declaration of guilt in a court of law.

However, over time, the meaning of "conviction" expanded to encompass a broader sense of belief or certainty in something. This figurative usage likely emerged as a metaphorical extension of the legal sense, where a person's belief in something is akin to being convinced or convicted by evidence or argumentation.

So, while one sense of "conviction" pertains to legal guilt or a firmly held belief, the divergence in meaning can be attributed to the natural evolution and adaptation of language over time, as well as the influence of metaphorical usage.

conviction > καταδίκη | βεβαιότητα, σιγουριά, αποφασιστικότητα | πεποίθηση, πληθ. (τα) πιστεύω


Well-known member
A man was worried about his hearing, so he made his way to the Vatican and managed to get a private audience with the Pope. He explained his hearing problem to the Pope, who listened attentively, nodded, and then placed his hands on the man's ears.
The pope couldn't help but notice the man's extensive body piercing and tattoos on various parts of his body.
After a few moments, the Pope withdrew his hands and asked, "How's your hearing now?"

The man replied, "I don't know, Your Holiness. It's not until next Wednesday!"