ξεσαλώνω

nickel

Administrator
Staff member
Σύμφωνα με την ειδησεογραφία των τελευταίων ωρών, η Τρόικα είπε στον κ. Χαρδούβελη «Έχετε ξεσαλώσει με τα σενάρια για τις φοροελαφρύνσεις». Δηλαδή; Πώς ακριβώς το είπαν στα αγγλικά;
http://www.protothema.gr/economy/article/414528/troika-pros-hardouveli-ehete-xesalosei-stin-ellada/

Για την ετυμολογία τού ξεσαλώνω δεν είναι πολύ σίγουρα τα λεξικά, αλλά μου αρέσει η πρώτη τους επιλογή: από τον σαλό, που είναι τρελός και ανόητος.

Έχουμε διάφορες προτάσεις για το ξεσαλώνω στα αγγλικά, ιδίως με τις σημασίες «ξεφαντώνω» και «αποχαλινώνομαι«: paint the town red, let one's hair down, have a field day, cut loose, run wild.

Να σημειώσω ότι στο ΛΝΕΓ το λήμμα μετά το ξεσαλώνω είναι το ξεσαμαρώνω. :)
 

pontios

Active member
Σύμφωνα με την ειδησεογραφία των τελευταίων ωρών, η Τρόικα είπε στον κ. Χαρδούβελη «Έχετε ξεσαλώσει με τα σενάρια για τις φοροελαφρύνσεις». Δηλαδή; Πώς ακριβώς το είπαν στα αγγλικά;
http://www.protothema.gr/economy/article/414528/troika-pros-hardouveli-ehete-xesalosei-stin-ellada/

G’day, nickel.

If the below link is anything to go by: a spree. So, possibly, cutting loose, running wild, etc., as you’ve mentioned.
Or maybe it’s suggesting overindulgence, binging or intemperance?

http://www.linguisticlab.com/troika...-finmin-greece-has-been-on-a-continual-spree/

“As soon as the meeting began, the lenders representatives commented on the scenarios of sweeping tax cuts by saying to the Greek Minister of Finance that: Greece has been on a continual spree”.

Spree

noun
1.
a lively frolic or outing.
2.
a bout or spell of drinking to intoxication; binge; carousal.
3.
a period, spell, or bout of indulgence, as of a particular wish, craving, or whim:
an eating spree; a spending spree.
4.
a period or outburst of extreme activity: the team’s scoring spree;
no motive for his killing spree.
 

nickel

Administrator
Staff member
Καλημέρα

Ωραίο το spree, αλλά σου αρέσει αν το αντικείμενο είναι τα σενάρια; Γιατί δεν εννοούν οι τροϊκανοί ότι ξεσαλώσαμε πάλι να ξοδεύουμε, αλλά ξεσαλώσαμε με σενάρια για το πώς να ξοδέψουμε (δηλαδή, ούτε να φαντασιωνόμαστε δεν μας αφήνουν :-) ).

Εγώ είμαι περισσότερο με το run wild (You've been running wild with tax-cutting scenarios). Δυστυχώς, από πουθενά δεν έχουμε το αγγλικό πρωτότυπο. Τι κακό μ' αυτές τις πηγές, να μην πιστεύουν στην τεκμηρίωση, στην αυθεντικότητα...
 
Just for the record, παρατηρώ ότι υπάρχουν διάφορες εκδοχές της εν λόγω διατύπωσης

π.χ. Τρόικα προς Χαρδούβελη: «Έχετε ξεσαλώσει στην Ελλάδα»
«Έχετε ξεσαλώσει εκεί στην Ελλάδα»
«Έχετε ξεσαλώσει με τις υποσχέσεις για τις φοροελαφρύνσεις»

ps: another suggestion for "ξεσαλώνω" is "gone haywire".
 

drsiebenmal

HandyMod
Staff member
Όχι, το σκέφτηκα με την έννοια του «έχεις ξεφύγει». Ήταν τραγικό λάθος;

 

nickel

Administrator
Staff member
Καλημέρα. Ωραίο αυτό το «έχεις ξεφύγει». You're way out of line.
 
Α, ωραία! "You are going over the line" λοιπόν. Επίσης, "overstepped/stepped over the line".
 

drsiebenmal

HandyMod
Staff member
Ε, ναι... :) Τη νοητή εφαπτόμενη γραμμή πάνω από το κεφάλι...
 
Όχι, το σκέφτηκα με την έννοια του «έχεις ξεφύγει».

Ίσως εδώ ταιριάζει το you're in way over your head (σκέτο, ή: you're in way over your head with...).

in over one's head (with someone or something)
1. Lit. in water that is deeper than one is tall. (*Typically: be ~; get ~.) Johnny! Don't go out too far! You are in over your head.
2. Fig. too deeply involved with someone or something, beyond what one can deal with. (*Typically: be ~; get ~.) They are all in over their heads with this money business.
3. Fig. having more difficulties than one can manage. Calculus is very hard for me. I'm in over my head.
http://idioms.thefreedictionary.com/in+over+head
 

daeman

Moderator
Staff member
...
Νομίζω ότι καμιά φορά μας μπερδεύει η περίσταση (η Τρόικα και οι συνειρμοί που φέρνει). Για το ξεσαλώνω συζητάμε:

ξεσαλώνω: (οικ.) προκαλώ σε κπ. υπερδιέγερση, συνήθ. ύστερα από γλέντι, ξεφάντωμα, χαρούμενη φασαρία: Ξεσαλώθηκε / ξεσάλωσε το παιδί από το πολύ παιχνίδι. || (επέκτ.) γλεντώ, ξεφαντώνω: Πού θα ξεσαλώσουμε φέτος τις Aπόκριες;

Ξεφεύγω, ξεφαντώνω ή του δίνω και καταλαβαίνει, ναι, αλλά όχι πέφτω στα βαθιά.


Over my head - Fleetwood Mac :-)
Σχετικοάσχετο, αλλά είχα 35 χρόνια να τ' ακούσω.
 

pontios

Active member
Για το ξεσαλώνω συζητάμε:

: (οικ.) προκαλώ σε κπ. υπερδιέγερση, συνήθ. ύστερα από γλέντι, ξεφάντωμα, χαρούμενη φασαρία: Ξεσαλώθηκε / ξεσάλωσε το παιδί από το πολύ παιχνίδι. || (επέκτ.) γλεντώ, ξεφαντώνω: Πού θα ξεσαλώσουμε φέτος τις Aπόκριες;

OK, thanks, captain daeman, for resetting our bearings. ;)

«Έχετε ξεσαλώσει με τα σενάρια για τις φοροελαφρύνσεις».

What about ...?
Hyped yourselves up on your tax-cutting scenarios. (with overstimulation in mind)
You're all hyped up over your tax-cut scenarios.
You're all hyped out on your tax-cut scenarios. (this could mean you're zonked out from overstimulation/overindulgence - i.e., extremely tired or inebriated)

You're revelling in your tax-cut scenarios. (with indulgence/rollicking fun in mind)
You've feasted/you're feasting on your tax-cut scenarios. (with a sumptuous meal or indulgence or even "spree" in mind)
 

pontios

Active member
pressing on (for academic reasons, as whatever was said has been lost in translation) - what about "get carried away"?

"Έχετε ξεσαλώσει με τα σενάρια για τις φοροελαφρύνσεις"

You're getting carried away with (your) scenarios of tax-cutting.
(i.e. don't get carried away with crazy scenarios of tax-cutting - you're getting carried away with crazy tax-cutting scenarios)

get carried away
Fig. to be overcome by emotion or enthusiasm (in one's thinking or actions). Calm down (don't get overexcited, hyped up), Jane.
Don't get carried away. Here, Bill. Take this money and go to the candy store, but don't get carried away
 

nickel

Administrator
Staff member
Το carried away μού αρέσει.

I'm afraid you've got carried away with your tax-cutting scenarios.
 

pontios

Active member
Το carried away μού αρέσει.

I'm afraid you've got carried away with your tax-cutting scenarios.

or, maybe ...?
No need to "go overboard" on/with your tax-cutting scenarios/promises.

go overboard
to do something too much, or to be too excited and eager about something (often + on ) The car's makers seem to have gone overboard on design and sacrificed speed. He went completely overboard on her birthday and bought her a diamond ring.
 
...Ξεφεύγω, ξεφαντώνω ή του δίνω και καταλαβαίνει, ναι, αλλά όχι πέφτω στα βαθιά.

Να πω ότι εγώ έκανα μια εικασία σχετικά με τη φράση που έψαχνε ο drsiebenmal.
Και εξακολουθώ να πιστεύω πως αυτήν έψαχνε κι απλώς άνοιξε το παραδίπλα συρτάρι (όπως κι αν έχει, ξέρω, στα σίγουρα, ότι αυτό συμβαίνει 10-20 φορές τη μέρα στον καθένα και την εικασία μου δεν τη θεωρώ προσβολή).

Το in way over one's head, μεταφορικά, σημαίνει ότι κάποιος έχει ξεφύγει (too deeply involved with someone or something, beyond what one can deal with) και αυτή είναι η πλέον συνηθισμένη χρήση του (ερμηνεία #2).


Για το ξεσαλώνω συζητάμε:

ξεσαλώνω: (οικ.) προκαλώ σε κπ. υπερδιέγερση, συνήθ. ύστερα από γλέντι, ξεφάντωμα, χαρούμενη φασαρία: Ξεσαλώθηκε / ξεσάλωσε το παιδί από το πολύ παιχνίδι. || (επέκτ.) γλεντώ, ξεφαντώνω: Πού θα ξεσαλώσουμε φέτος τις Aπόκριες;

Μιας και το συζητάμε κι επειδή είμαι κι από την Ξεσσαλονίκη και την ξέρω τη λέξη απ' όταν ήταν μικρή ήμουν μικρός, γιατί είμαι 99.99% σίγουρος ότι αυτό το "ξεσαλώθηκε το παιδί από το πολύ παιχνίδι" έχει την ίδια ευθυμολεξιλογική αξία με το αξέχαστο "θα πηδηχτώ απ' το παράθυρο";

Επίσης, όπως σωστά επισημαίνεις, κεντρική σταθερά της σημασίας της λέξης ξεσαλώνω είναι η έννοια του ξεφεύγω, κάτι που νομίζω ότι λείπει από τις ερμηνείες του ΛΚΝ.
 

Zazula

Administrator
Staff member
Ανέφερε ο dominotheory παιδιά, και θυμήθηκα ένα ενδογλωσσικό συνώνυμο: ξεσαλώνω = κουντουρντίζω. :)
 
Top