Νεολογισμοί (Neologisms)

Earion

Moderator
Staff member
apophenia, our very human tendency to see patterns in random or meaningless data
Apophenia (Wikipedia)
is the tendency to perceive meaningful connections between unrelated things. The term (German: Apophänie) was coined by psychiatrist Klaus Conrad in his 1958 publication on the beginning stages of schizophrenia. He defined it as "unmotivated seeing of connections [accompanied by] a specific feeling of abnormal meaningfulness". He described the early stages of delusional thought as self-referential, over-interpretations of actual sensory perceptions, as opposed to hallucinations.

Medical definition of Apophenia
In psychology, the perception of connections and meaningfulness in unrelated things. Apophenia can be a normal phenomenon or an abnormal one, as in paranoid schizophrenia when the patient sees ominous patterns where there are none.

Τι είναι η Αποφένια;
 

drsiebenmal

HandyMod
Staff member
Πάντως από το γερμανικό θα επέστρεφε στα ελληνικά ως αποφαίνεια.
 

anepipsogos

Active member
Δεν μου φαίνεται πολύ σόι το «αποφένια»

Το «αποφάνεια» είναι, ως φαίνεται, προσφορότερο (καθώς και ο προλαλήσας ανέφερε):

apophenia = αποφάνεια: η τάση των ανθρώπων να βλέπουν σχέδια σε τυχαία γεγονότα

https://www.psychologynow.gr/arthra.../nevropsyxologia/4860-orologia-egkefalou.html



Κι εδώ «αποφάνεια»

http://www.kleidarithmos.gr/main/books/85051/files/assets/common/downloads/publication.pdf

https://www.academia.edu/41360118/Φύλο_κανονικό_και_φύλο_κανονικόμορφο_1ο_μέρος_
 

Earion

Moderator
Staff member
Συμφωνώ κι εγώ με το αποφάνεια.

Όπως λέει το Slate : Conrad coined apophanie (from the Greek apo, away, and phaenein, to show).
Επομένως θα το συνθέσουμε κι αυτό ομαλά στο πρότυπο των σύνθετων με δεύτερο στοιχείο το --φάνεια.

αφάνεια
διαφάνεια
αληθοφάνεια
ηλιοφάνεια
σοβαροφάνεια
επιφάνεια
(και Επιφάνεια)
θεοφάνεια (αλλά, προσοχή, τα Θεοφάνια)
νυκτοφάνεια
αγγελοφάνεια
φασματοφάνεια
σταυροφάνεια

βλ. εδώ.

Βλέπω και αντιφάνεια, ιθυφάνεια, χρυσοφάνεια
και εφήμερους νεολογισμούς: πολιτικοφάνεια, ανδροφάνεια, ετεροφάνεια
 

drsiebenmal

HandyMod
Staff member
Πάντως από το γερμανικό θα επέστρεφε στα ελληνικά ως αποφαίνεια.
Χωρίς να μπαίνω στην ουσία αν καλώς το χρησιμοποίησε έτσι ο Κόνραντ, το γερμανικό ä σε κατασκευή ελληνοπρεπών όρων χρησιμοποιείται για την απόδοση του -αι-. Αλλιώς ο Κόνραντ θα είχε προτείνει Apophenie. Βέβαια, εμείς αλλιώς τα συνθέτουμε αυτά όπως τα συγκέντρωσε ο Εάριον.
 

nickel

Administrator
Staff member
Το είδα αυτό, δόκτορα, και το κατάλαβα. Είναι πιθανό να παρασύρθηκε ο Κόνραντ από το αποφαίνειν και να πάτησε εκεί πάνω. Θεωρώ, ωστόσο, (και εγώ) ότι εμείς πρέπει να το προσαρμόσουμε στα δικά μας — έστω κι αν αυτό δεν γίνεται πάντα.
 

nickel

Administrator
Staff member
Παίρνω τα βασικά από το Βικιλεξικό, που δείχνει εξαιρετικά αντανακλαστικά:

ταφώνας
(ο ταφώνας, του ταφώνα, οι ταφώνες, των ταφώνων), όπως «αγώνας»
Ετυμολογία
ταφώνας < (λόγιο) αρχαία ελληνική ταφών, ταφεών (χώρος ταφής) από την αιτιατική «τὸν ταφῶνα» με κατάληξη -ώνας
(νεολογισμός) χώρος με τάφους λόγω μιας πανδημίας


Το τωρινό παράδειγμα αναπαράγει την αγανάκτηση αναγνώστη της Καθημερινής για τη χρήση της νεόπλαστης λέξης από τον δήμαρχο Θεσσαλονίκης. Θα μπορούσε να προστεθεί σε αντίστιξη η βούλα αναγνώρισης από τον καθηγητή Μπαμπινιώτη, που έγραψε στο Facebook:

Η λέξη ταφών(ας) καλώς επαναχρησιμοποιήθηκε προσφάτως εντασσόμενη στο σύστημα τής Ελληνικής (αρχαίας και νέας) στο οποίο με την παραγωγική κατάληξη -ών(ας) σχηματίζονται περιληπτικά ουσιαστικά που δηλώνουν τον τόπο όπου υπάρχουν πράγματα ή πρόσωπα και συνεκδοχικώς τα ίδια τα πράγματα/πρόσωπα: ελαι-ώνας, αμπελ-ώνας, αχυρ-ώνας, πευκ-ώνας, πλαταμ-ώνας, περιστερι-ώνας, πορτοκαλε-ώνας, στρατ-ώνας, ξεν-ώνας, κοιτ-ώνας κ.ά.

Δεν θεωρώ ότι η σημασία πρέπει να περιοριστεί σε πανδημίες. Εκτός από τη χρήση του ταφώνα και του ταφεώνα σε αρχαίες επιγραφές (ερμήνευμα: τόπος ταφής, νεκροταφείο, κοιμητήριο), βρίσκω και νεότερη χρήση, πριν από την πανδημία. Για τουλάχιστον μία δεκαετία βλέπω να γράφουν για «ταφώνες νηπίων».

 
Top