Άσκοποι αγγλισμοί

Το έχουμε ξανασυζητήσει κάπου αυτό για τις ηλικίες αλλά διαφωνώ. Δεν νομίζω πως είναι αγγλισμός. Κάθε άλλο. Ο αγγλόγλωσσος δεν θα ρωτήσει ποτέ "πόσο είσαι" γιατί δεν έχει τρόπο να το εκφράσει αυτό χωρίς συνοδεία ουσιαστικού. Είτε το age θα υπάρχει στην ερώτηση είτε το old.
Το ξέρω αυτό, γι' αυτό είπα "κατ' επέκταση", επειδή έβγαλα το συμπέρασμα ότι το "πόσο είσαι" προέκυψε εκ των υστέρων ως προφανές ερώτημα της κατάφασης-αγγλισμού "είμαι Χ". Μπορεί βέβαια να έβγαλα λάθος συμπέρασμα.
Αντιθέτως, το "πόσο είσαι" το ακούω από πιτσιρίκος και το ίδιο ισχύει και για το "είμαι Χ" (ή σκέτο "Χ").
Ενδιαφέρον, εγώ δεν το είχα ακούσει ποτέ μου. Ίσως έχεις δίκιο κι είναι θέμα βόρειοι-νότιοι που λες παρακάτω.
Ίσως είναι ιδιαιτερότητα των βόρειων ιδιωμάτων που άρχισε να εξαπλώνεται νότια, πάντως το βρίσκω απίθανο να είναι αγγλισμός από την δεκαετία του '80.
Γιατί να μην είναι; Το "θα σε πάρω πίσω" είναι παμπάλαιο, σίγουρα το έλεγαν και τη δεκαετία του '80, αν και τότε το κοροϊδεύαμε περισσότερο.
 
Εν τω μεταξύ μόλις τσίμπησα ένα "Στους 100.000 ενας υπαρχει απ αυτους."
Αυτό το "ένας απ' αυτούς" θα συμφωνήσετε ελπίζω ότι είναι το one of them. Στα ελληνικά ως τώρα λέγαμε "Υπάρχει ένας στους 100.000" χωρίς απαυτούς. :p
 
Γιατί να μην είναι; Το "θα σε πάρω πίσω" είναι παμπάλαιο, σίγουρα το έλεγαν και τη δεκαετία του '80, αν και τότε το κοροϊδεύαμε περισσότερο.

Όχι εντελώς απίθανο, μάλλον απίθανο. Δεν ξέρω για το "θα σε πάρω πίσω" (προσωπικά δεν το άκουγα όταν ήμουν μικρός) αλλά είναι και εξαιρετικά κοινότυπη, στερεοτυπική έκφραση. Αντιθέτως, τα σχετικά με την ηλικία έχουν συντακτικό βάρος. Δηλαδή δεν πρόκειται για προκάτ φράση, είναι συντακτικός σχηματισμός. Και δεν είναι μόνο αυτό, υπάρχουν αντίστοιχα σχήματα με άλλα ρήματα που δεν απαντώνται στην αγγλική. Για παράδειγμα λέμε και "έφτασες τα 60" που δεν θα έλεγε ποτέ αγγλόγλωσσος (το "turning X" είναι άλλη έκφραση και η αντίστοιχη ελληνική είναι "κλείνω τα Χ / γίνομαι Χ", πάλι χωρίς προσδιορισμό, να προσθέσω). Υπάρχει και το αργκοτικό "καβατζώνω τα Χ". Υπάρχουν κι άλλα ρήματα αλλά δεν μου έρχονται στο μυαλό αυτήν την στιγμή. Η πληθώρα των ρημάτων και το γεγονός ότι είναι συντακτικό σχήμα κι όχι έκφραση, με κάνουν να πιστεύω ότι δεν μπορεί να πρόκειται για δάνειο. Ειδικά τα συντακτικά σχήματα είναι πολύ σπάνιο να γίνουν αντικείμενο δανείου, μόνο σε στερεοτυπικές εκφράσεις μπορείς να τα δεις να μεταφέρονται.
 
Καλή η ανάλυση, ομολογώ.

Στο αναμεταξύ ψάρεψα κάτι ακόμη: " Δεν μετανιωνω τιποτα." I regret nothing. Je ne regrette rien. :p

Μπορεί βέβαια πάνω στη βιασύνη απλώς να του ξέφυγε το "για".
 
Όχι βέβαια, για πλάκα το 'βαλα αυτό. Παρντόν. Πάω να το κάνω αχνό να μη μπερδευόμαστε. Θα βάλω και γελαστή φατσούλα.

ΕΔΙΤ: Α προπό, νομίζετε γενικώς ότι βλέπω αγγλισμούς εκεί που δεν υπάρχουν;
 

drsiebenmal

HandyMod
Staff member
Αντίθετα, εγώ πιστεύω ότι μπορεί να διακρίνεις τους αγγλισμούς (και άλλους ξενισμούς) εκεί που δεν τους βλέπουν άλλοι, λιγότερο ευαισθητοποιημένοι γλωσσικά. Όμως έτσι ήταν πάντα, οι επικρατούσες γλώσσες μπόλιαζαν και αυτές με τις οποίες εφάπτονταν. Όχι μόνο με λέξεις, αλλά και με φράσεις, ακόμα και με γραμματικά φαινόμενα όπως στο περίφημο Balkan sprachbund.
 

hellex

New member
Άσκοποι αγγλισμοί;
Τα "ΦΑΝΤΣ".
Πώς αλλιώς να χαρακτηρίσουμε τα "επενδυτικά κεφάλαια", στη λεκτικά φτωχική ελληνική γλώσσα;

Το είδα το Σάββατο στην Τιβί και το μοιράζομαι μαζί σας.
φαντς.jpg
 
Αν ξανακούσω "ήταν μια χαζή μέρα" θα κάνω φόνο. Χαζός είσαι και φαίνεσαι. Γκρρρ! Ναι, έχω νεύρα.
Τι θα μπορούσε να εμποδίσει μια μέρα κατά την οποία χαζέψαμε, χαζοήπιαμε, χαζοκουβεντιάσαμε, χαζογελάσαμε και χαζοξενυχτίσαμε να είναι χαζή μέρα; Ας είμαστε ρεαλιστές.
Έλα τώρα, δεν είναι αυτό που εννοεί όποιος το λέει, είναι η βαρετή, μουντή, ρουτινιάρικη μέρα, αδιάφορη, χωρίς τίποτα το συνταρακτικό, κατευθείαν μετάφραση από το dull day. Τόσες εκφράσεις έχουμε. Αυτό που λες είναι η χαλαρή ή ρεμαλιάρικη μέρα, πράγμα εντελώς διαφορετικό.

Λίγο αργά για να επαναφέρω το θέμα, αλλά έχω ακούσει το «χαζή μέρα» με την έννοια της παράξενης μέρας, που χαρακτηρίστηκε από χαζές, περίεργες καταστάσεις. Κάτι σαν το «silly season», δηλαδή.
 
Έμαθα σήμερα —TIL, για να μην ξεχνάμε και τις ρίζες μας— ότι πολλοί γράφουν πλέον «πήρε τη ζωή [του]» αντί για «αφαίρεσε τη ζωή [του]»… Πέραν του ότι με ξενίζει απίστευτα το «πήρε», στο νόημα δεν διαφέρει και τόσο από το «αφαίρεσε», το οποίο όμως είναι πολύ πιο ξεκάθαρο. Ίσως απλώς δεν το έχουν υπόψη; Αλλά θα μου φαινόταν περίεργο, μιας και ήταν τόσο κοινό κλισέ.
 
Last edited:

daeman

Administrator
Staff member
Έμαθα σήμερα —TIL, για να μην ξεχνάμε και τις ρίζες μας— ότι πολλοί γράφουν πλέον «πήρε τη ζωή [του]» αντί για «αφαίρεσε τη ζωή [του]»… Πέραν του ότι με ξενίζει απίστευτα το «πήρε», στο νόημα δεν διαφέρει και τόσο από το «αφαίρεσε», το οποίο όμως είναι πολύ πιο ξεκάθαρο. Ίσως απλώς δεν το έχουν υπόψη; Αλλά θα μου φαινόταν περίεργο, μιας και ήταν τόσο κοινό κλισέ.

Και όμως, το «παίρνω τη ζωή κάποιου» υπάρχει στα ελληνικά πολύ πριν έρθουμε σε επαφή με το «take someone's life», όπως μαρτυρεί το Λεξικό Κριαρά στο λήμμα «επαίρνω»:

στ) αφαιρώ: οι χρόνοι και τα γερατειά την όρεξη μας παίρνου (Πανώρ. Γ´ 289)· φρ. (1) παίρνω τη ζωή κάπ. = σκοτώνω κάπ.: (Τζάνε, Κρ. πόλ. 21921)·

Τουλάχιστον τον Κορνάρο δεν μπορεί κανείς να τον κατηγορήσει για αγγλισμό:

Mα μ' όλο που 'χεις την εξά να πάρεις τη ζωή μου,
κάτεχε πως σ' ενέθρεψα στο στήθος σαν παιδί μου,
...
Kι ο Kύρης μου αν το βουληθεί να πάρει τη ζωή μου,
και δε μ' αφήσει να χαρώ, σα θέλει η όρεξή μου,
...
Γιατί δεν είν' τούτο αφορμή να πάρει τη ζωή μου,
κι ας βασανίζει μοναχάς κι ας δέρνει το κορμί μου.
...
Παρακαλώ σε, μάτια μου, καλά να το λογιάσεις,
ποια στράτα μέλλεις να κρατείς και ποιαν οδό να πιάσεις,
να μη σου πάρει τη ζωή, μήδ' άντρα να σου δώσει,
το 'να, γ-ή τ' άλλο αν-ε γενεί, θέλει με θανατώσει.



Δεν αμφιβάλλω ότι πολλά από τα σημερινά «πήρε τη ζωή κάποιου» είναι κατά λέξη μεταφράσεις του «take one's life», αλλά υποψιάζομαι ότι το αρχικό και μάλλον λαϊκό «παίρνω τη ζωή» ευπρεπίστηκε κάποια στιγμή σε «αφαιρώ», και τώρα παίρνει την εκδίκησή του μέσω αγγλισμού.
 
Last edited:
Και όμως, το «παίρνω τη ζωή κάποιου» υπάρχει στα ελληνικά πολύ πριν έρθουμε σε επαφή με το «take someone's life», όπως μαρτυρεί το Λεξικό Κριαρά στο λήμμα «επαίρνω»:
Ενδιαφέρον… Θα παρατηρήσω όμως ότι όλες αυτές οι χρήσεις αφορούν φόνο, να πάρει δηλαδή κανείς τη ζωή κάποιου άλλου. Και όντως, το «μου πήρε τη ζωή» δεν ακούγεται τόσο περίεργο ή ασαφές· μου φαίνεται λίγο πιο εύπεπτο από το «πήρε τη ζωή μου».

Εγώ το συνάντησα σε περιπτώσεις αυτοχειρίας όμως, που ναι μεν αποτελούν λογική προέκταση του φόνου σημασιολογικά, ακούγονται δε ακόμα περισσότερο… κάπως. Αν ήταν έστω «πήρε την ίδια του τη ζωή», θα είχε ίσως την κατάλληλη έμφαση, αλλά δεν είδα κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, το σκέτο «ο Χ πήρε τη ζωή του» μου θυμίζει περισσότερο την έκφραση «πήρε τη ζωή του στα χέρια του», με πολύ διαφορετικές συνυποδηλώσεις.
 

daeman

Administrator
Staff member
Εγώ το συνάντησα σε περιπτώσεις αυτοχειρίας όμως, που ναι μεν αποτελούν λογική προέκταση του φόνου σημασιολογικά, ακούγονται δε ακόμα περισσότερο… κάπως. Αν ήταν έστω «πήρε την ίδια του τη ζωή», θα είχε ίσως την κατάλληλη έμφαση, αλλά δεν είδα κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, το σκέτο «ο Χ πήρε τη ζωή του» μου θυμίζει περισσότερο την έκφραση «πήρε τη ζωή του στα χέρια του», με πολύ διαφορετικές συνυποδηλώσεις.

Κι εμένα μου τσινάει αυτό.
 

cougr

¥
Δηλώσεις από τη συνέντευξη Κασσελάκη

[...] «Μήνες ολόκληρους ασκεί πρέσινγκ ο Μητσοτάκης, γιατί δεν έχει επιχειρήματα για τα προβλήματα του κόσμου» είπε, όταν ρωτήθηκε για το πόθεν έσχες του. Δεν έχουν να πουν κάτι άλλο, υποστήριξε
.

Λες και οι Έλληνες δεν καταλαβαίνουν πλέον την λέξη «πίεση» - το «πρέσινγκ» είναι πιο κατανοητό. Άσε που στην προκειμένη περίπτωση ο σωστός όρος στα Αγγλικά είναι το «pressure», και όχι «pressing».

Το σίγουρο πάντως είναι ότι είναι ντιπρέσινγκ😊🙃
 
Last edited:

pontios

Well-known member
Νομίζω το "pressing" χρησιμοποιείται συνήθως στα αθλήματα, ιδιαίτερα στο ποδόσφαιρο για να περιγράψει μια τακτική όπου μια ομάδα πιέζει επίμονα τον αντίπαλο για να ξανακερδίσει την μπάλα. Ο Κασσελάκης ίσως χρησιμοποιεί τον αθλητικό όρο μεταφορικά στην πολιτική αρένα (to describe this deliberate campaign of pressure, rather than general pressure - and the government being reactive rather than proactive);
 

cougr

¥
Indeed, pontios.I knew it as "πρεσάρισμα" and hadn't realised that its synonym "πρέσινγκ" is also relatively commonly used in Greece - I only encountered the term (in Greek) for the first time yesterday. (I'm more of an AFL fan☺)

Hence, I took it to mean that according to Kasselakis, Mitsotakis was pressing him (as in exerting pressure) to divulge his assets etc.
 
Last edited:

pontios

Well-known member
Hence, I took it to mean that according to Kasselakis, Mitsotakis was pressing him (as in exerting pressure) to divulge his assets etc.

Of course, but Kasselakis was describing the tactic that was supposedly being used on him.
 

cougr

¥
This time I think I've genuinely encountered one.*

Κάποιοι θα πουν ότι το βαρύ επώνυμο που φέρετε, ήταν ένας παράγοντας επιτυχίας, συσχετίζοντάς το και πολιτικά. Σας αγγίζει αυτή η κριτική; Τι απαντάτε;

Ότι κανείς δεν χαρίζει τα λεφτά του, κυρίως όταν έχεις ξεκαθαρίσει από την πρώτη συνάντηση ότι δεν κάνεις lobbying. Έχοντας πει αυτό, προφανώς το όνομα βοηθάει.

*Having said that😊, I stand to be corrected, again.
 
Top