hill station

Έχουμε συγκεκριμένη απόδοση γι' αυτή τη συγκεκριμένη σύμφραση;

A hill station is a town located at a higher elevation than the nearby plain or valley. The term was used mostly in colonial Asia (particularly in India), but also in Africa (albeit rarely), for towns founded by European emigrants as refuges from the summer heat, up where temperatures are cooler. In the Indian context, most hill stations are at an altitude of approximately 1,000 to 2,500 metres (3,300 to 8,200 ft); very few are outside this range.

Πώς σας φαίνεται το "ορεινό θέρετρο";
 

nickel

Administrator
Staff member
Πάντως στις άλλες γλώσσες η απόδοση είναι «ορεινός σταθμός» (Station de montagne, Stazione di montagna). Δυστυχώς, τα «ορεινά καταφύγια» παραπέμπουν σε ορειβάτες. Ο τόπος αναψύξεως, μακριά από εμάς...
 
Βέβαια πρόκειται για πόλη, όχι για σταθμό (αν και φαντάζομαι ότι ξεκίνησε από σταθμό, εξ ου και το όνομα;). Μήπως αρκεί ένα «ορεινή πόλη»;
 
πρόκειται για πόλη, όχι για σταθμό
Αυτό με προβληματίζει κι εμένα. "Ορεινή πόλη", "ορεινή κωμόπολη"... Όμως χάνεται η έννοια "refuges from the summer heat", και φαίνεται σαν να δίνουμε το βάρος στο ότι η πόλη/κωμόπολη είναι "ορεινή". Το "ορεινός σταθμός", πάλι, θα μπορούσε να σημαίνει κι άλλα πράγματα. Αν δεν σκεφτώ κάτι πιο ακριβές, μάλλον θα χρησιμοποιήσω τον σταθμό, για τον λόγο που λέει ο Νίκελ. Ούτε το δικό μου "θέρετρο" με ευχαριστεί ιδιαίτερα, γιατί υποδηλώνει διακοπές.
 
Δεν νομίζω ότι γίνεται να το αποδώσουμε μονολεκτικά. Ίσως κάτι σαν «ορεινή πόλη/κωμόπολη, παλαιό θέρετρο...».
 

nickel

Administrator
Staff member
Σε μια φουλ δημιουργική διάθεση: ορεινές οάσεις δροσιάς. :-)
 

cougr

¥
Στο παρακάτω άρθρο της Καθημερινής το έχει ως θερινός σταθμός

 
Top