false friends, faux amis, ψευδόφιλες μονάδες, ψευδόφιλες λέξεις, ψευτοφίλες

nickel

Administrator
Staff member
Για την ακρίβεια λένε ότι προέρχεται από την παροικία με επιρροή από τον πάροχο (parochus, person responsible for supplying travelling officials with shelter, fuel, etc., a commissary).
 

Zazula

Administrator
Staff member
Χμμ, πανταχού παρών και τα πάντα παρέχων ο πάροχος... :D

RHWUD:
parish [1250–1300; ME, var. of parosshe < MF paroisse < LL parochia, alter. of paroecia < LGk paroikia, deriv. of Gk pαroikos neighbor, (in Christian usage) sojourner (see PAROICOUS); see -IA]


Oxford:
parish Also -roch(e). ME. [AN, OFr. paroche and (O)Fr. paroisse f. eccl.L parochia alt. (after parochus public purveyor f. Gk parokhos) of paroechia f. Gk paroikia sojourning, f. as PARA-1 + oikos dwelling, house.]


Dictionnaire Le Littré
paroisse Bourguig. barôche ; provenç. parrochia, parroquia ; espagn. parroquia ; ital. parrochia ; du lat. parochia, qu'on trouve dans saint Jérôme et Isidone, altéré (par confusion avec un dérivé du grec, celui qui fournit les choses nécessaires), de paroecia, paroisse, qui est dans saint Augustin et qui vient du grec, voisinage, du grec, près, et, maison.
 

nickel

Administrator
Staff member
Το αγγλικό toast (a slice of toast, a piece of toast) μεταφράζεται φρυγανιά.


toasted sandwich

Χρειάστηκε το λάθος στα Νέα («Ο JFK έφαγε τοστ πριν τον δολοφονήσουν») για να το θυμηθούμε.

Παραθέτω τη χορταστική (γιαμ-γιαμ) περιγραφή του ΛΝΕΓ:
τοστ (το) {άκλ.} σάντουιτς που αποτελείται από δύο τετράγωνες φέτες ψωμιού αλειμμένες εσωτερικά με βούτυρο, ανάμεσα στις οποίες υπάρχουν λεπτές φέτες τυριού και ζαμπόν (και άλλα συνοδευτικά) και οι οποίες ψήνονται σε ειδική ηλεκτρική συσκευή (τοστιέρα): κρύο | ζεστό | καλοψημένο | άψητο | απλό τοστ || τοστ με ντομάτα || κάνω | ψήνω | φτειάχνω ένα τοστ || ψωμί για τοστ (καθεμιά από τις λεπτές, τετράγωνες φέτες ψωμιού, που διατίθενται σε ειδική συσκευασία στο εμπόριο). — (υποκ.) τοστάκι (το).
[ΕΤΥΜ. < αγγλ. toast < μέσ. αγγλ. to(o)sten < μέσ. γαλλ. toster < δημώδ. λατ. »tostare < λατ. tostus, μτχ. τ. τού p. torrere «ψήνω, φρυγανίζω»].

Στα αγγλικά αυτό είναι toasted sandwich. (Στη Νέα Ζηλανδία toastie και στην Ολλανδία tosti, λέει η Wikipedia.)
 

drsiebenmal

HandyMod
Staff member
anecdotal (π.χ. evidence) δεν είναι ανεκδοτολογική (ούτε με κάποιον τρόπο αστεία) μαρτυρία, αλλά συνήθως αναξιόπιστη μαρτυρία.
 
Δηλαδή συνώνυμο του untrustworthy και του unreliable? Το βρίσκω κάπως απότομο (άσε που και το μαρτυρία για το evidence δεν είναι καθόλου απαραίτητο):

Dictionary.com:
based on personal observation, case study reports, or random investigations rather than systematic scientific evaluation: anecdotal evidence.

Το in.gr δίνει: (για μαρτυρίες κτλ.) αμφισβητούμενης ακρίβειας ή αξιοπιστίας, η δε Wikipedia δίνει δύο σημασίες, με τη δεύτερη να μην καλύπτεται από το αναξιόπιστη:

The expression anecdotal evidence has two distinct meanings.

(1) Evidence in the form of an anecdote or hearsay is called anecdotal if there is doubt about its veracity; the evidence itself is considered untrustworthy.

(2) Evidence, which may itself be true and verifiable, used to deduce a conclusion which does not follow from it, usually by generalizing from an insufficient amount of evidence. For example "my grandfather smoked like a chimney and died healthy in a car crash at the age of 99" does not disprove the proposition that "smoking markedly increases the probability of cancer and heart disease at a relatively early age". In this case, the evidence may itself be true, but does not warrant the conclusion.

In both cases the conclusion [τα παχιά δικά μου] is unreliable; it may not be untrue, but it doesn't follow from the "evidence".

Evidence can be anecdotal in both senses: "Goat yogurt prolongs life: I heard that a man in a mountain village who ate only yogurt lived to 120."


και μετά συνεχίζει ως εξής:

The term is often used in contrast to scientific evidence, such as evidence-based medicine, which are types of formal accounts. Some anecdotal evidence does not qualify as scientific evidence because its nature prevents it from being investigated using the scientific method.


και ακολουθείται από ολόκληρο άρθρο. Το δε Wictionary λέει κάτι που μοιάζει με του dictionary.com:

A limited selection of examples which support or refute an argument, but which are not supported by scientific or statistical analysis.

Τελικά, γιατί όχι ανεκδοτολογική/περιπτωσιολογική απόδειξη/επιχειρήματα/συλλογιστική/προσέγγιση κττ., αφού και στα ελληνικά η λέξη ανέκδοτο μόνο πολύ πρόσφατα, θαρρώ, πήρε την έννοια της αστείας ιστοριούλας;
 
Το αγγλικό toast (a slice of toast, a piece of toast) μεταφράζεται φρυγανιά.
Μήπως toast είναι η φέτα ψωμιού που την ψήνουμε σε φρυγανιέρα και όχι η έτοιμη αγοραστή φρυγανιά; Γενικά, μπορείς, Master, να μας εξηγήσεις τη διαφορά toast και rusk, όταν το rusk δεν σημαίνει παξιμάδι; Γιατί από τα αντίστοιχα άρθρα της Wikipedia διαπίστωσα μια κάπως φλου κατάσταση.
 

nickel

Administrator
Staff member
On toast:

Το αγγλικό toast είναι η ελληνική φρυγανιά, αλλά και στις δύο περιπτώσεις έχουμε πρώτα απ' όλα να κάνουμε με τη φρυγανισμένη φέτα ψωμιού, τη φρέσκια φρυγανιά, τη φρυγανιά της ώρας, όχι του εμπορίου. Αποκεί και πέρα χωρίζουν οι δρόμοι μας.

Το French toast είναι αβγοφέτες (κι ας έχουν γεμίσει οι μεταφραστικές σκατομηχανές το διαδίκτυο με «γαλλική φρυγανιά»). Γαλλική φρυγανιά είναι η λεπτή Melba toast (που, όπως και το πες μελμπά, είναι δημιούργημα του Εσκοφιέ προς τιμήν της Αυστραλέζας σοπράνο Νέλης/Νέλι Μέλμπα — δαεμάνε, ανάλαβε ένα μουσικογαστρονομικό νήμα).

Στις φρυγανιές του εμπορίου ο Παπαδόπουλος έχει διεθνώς τη μεγαλύτερη γκάμα και εδώ είναι η αγγλική σελίδα του με τα wheat rusks και τα rye rusks. Που μπορεί κάλλιστα να είναι και τεράστια παξιμάδια. (Δεν αποτελεί τάξη μεγέθους το rusk. Αυτό που εμείς λέμε φρυγανιά του εμπορίου είναι το γερμανικό Zwieback, ο διπυρίτης.) Οι φρυγανιές του εμπορίου μπορεί ωστόσο να ονομάζονται και toast και toasted bread, αλλά δεν είμαι άνθρωπος του σουπερμάρκετ και δεν ξέρω τι προτιμά η αγορά, που είναι πνιγμένη στα αρτίδια.

Κάποια κυρία θα πρέπει να μας πει και για τη γαλέτα, την τριμμένη φρυγανιά και τα crumbs.

Πάντως, δεν νιώθω καθόλου σαν Master σ' αυτό το θέμα (δεν είμαι toastmaster, δηλαδή :) ).

On anecdotal:
Μου έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι το ελληνικό ανεκδοτολογικός και το αγγλικό anecdotal συγκλίνουν στις σημασιολογικές αποχρώσεις και, όσο περισσότερο ασχολούμαστε με τα αγγλικά, τόσο αυτές οι δύο ακολουθούν βίους παράλληλους. Για όλα φταίει ο Προκόπιος με τα Ανέκδοτά του.

Το apocryphal το έχουμε πιάσει;
 

SBE

¥
Toast είναι και η έτοιμη φρυγανιά, π.χ. melba toast η λεπτή φρυγανίτσα. Απλά οι αγγλοσάξωνες δεν αγοράζουν φρυγανιές, φρυγανίζουν το ψωμί τους μόνοι τους.
Rusk είναι το παξιμάδι και το τριμμένο που χρησιμοποιείται στη μαγειρκή νομίζω στα ελληνικά το λέμε γαλέτα
 

SBE

¥
Έγραφα μαζί με τον Νίκελ Να προσθέσω ότι το τριμμένο ψωμί (φρέσκο) χρησιμοποιείται στην αγγλική μαγειρική όπως η τριμμένη φρυγανιά Εγώ πάντως την τριμένη φρυγανιά λεω bread crumbs κι έτσι τη ζητώ.
Επίσης στην αγγλική αγορά κυκλοφορεί το ακόλουθο προιόν:
 

daeman

Administrator
Staff member
[...] Γαλλική φρυγανιά είναι η λεπτή Melba toast (που, όπως και το πες μελμπά, είναι δημιούργημα του Εσκοφιέ προς τιμήν της Αυστραλέζας σοπράνο Νέλης/Νέλι Μέλμπα — δαεμάνε, ανάλαβε ένα μουσικογαστρονομικό νήμα).
[...]

Προς το παρόν:
Dame Nellie Melba, footage first radio broadcast in the UK​
 

drsiebenmal

HandyMod
Staff member
Προσοχή στα κολλέγια!

Όταν το αγγλικό βιβλίο αναφέρεται σε έναν Ιταλό ιερέα που δίδασκε σε «ένα τοπικό κολλέγιο» στα μέσα του 19ου αιώνα (In 1841, when Father Eugenio Barsanti was lecturing in science at a local college...) είναι πολύ πιθανό (όπως εδώ) να εννοεί κάποιο τοπικό οικοτροφείο (boarding school) γιατί το εκπαιδευτικό collegio στα ιταλικά είναι συνήθως ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα για τα φτωχά παιδιά.
 

Zazula

Administrator
Staff member
To αγγλ. liquor δεν σημαίνει «λικέρ» (όπως το είδα σε υπότιτλο στην τηλεόραση). Το λικέρ αποδίδει το liqueur, όχι το liquor.
 

Zazula

Administrator
Staff member
Το αγγλ. receptionist αναφέρεται στον υπάλληλο (1) της ρεσεψιόν ξενοδοχείου ή πλοίου, ή (2) της υποδοχής γραφείου (εταιρείας κλπ). Η παγιωμένη χρήση τής ελλην. λ. ρεσεψιονίστ αφορά μόνον την πρώτη από τις δύο προαναφερθείσες περιπτώσεις (δηλ. τον ξενοδοχοϋπάλληλο) και για τη δεύτερη χρήση λέμε και γράφουμε «υπάλληλος υποδοχής» ή ακόμη και (συνεκδ.) «γραμματέας». Κι αυτό από υπότιτλο το τσίμπησα, όπου κάποιος έλεγε: «Ήταν ρεσεψιονίστ μου για δύο χρόνια» κι εννοούσε στο γραφείο του, όχι σε κάποιο ξενοδοχείο του.
 

nickel

Administrator
Staff member
lymphatic = (ιατρ.) λεμφικός | (μτφ.) νωθρός, πλαδαρός.
λυμφατικός = (ιατρ., αντί του λεμφικός) lymphatic | (μτφ.) frail, feeble, weak, ailing, sickly, emaciated, anaemic, bloodless.

Περισσότερα, εδώ.
 

SBE

¥
Μια που έγινε σχετική αναφορά στο μπλογκ του 40ακου αλλά δεν θυμάμαι να το έχουμε πει εδώ..
Plinth είναι το βάθρο και όχι ο πλίνθος ή το πλινθίο.
 
Top