metafrasi banner

denormalize / de-normalize

Θέλουμε να πούμε ότι κάποια συνήθεια ή ενέργεια που θεωρείται φυσιολογική και συνηθισμένη (το κάπνισμα ας πούμε) πρέπει να πάψει να θεωρείται τέτοια, να «ξε-γίνει» κανονική. Πώς θα το λέγαμε αυτό στα ελληνικά; Η «αποκανονικοποίηση» μού φαίνεται αγγλισμός και θα προτιμούσα κάποια άλλη, έστω και περιφραστική διατύπωση. Μπορείτε να σκεφτείτε κάτι;
 

daeman

Administrator
Staff member
Το πρώτο που σκέφτηκα είναι το «απονομιμοποιώ». Μπορεί να έχει συστατικό τον «νόμο», αλλά νομίζω πως δεν το αντιλαμβανόμαστε αποκλειστικά με την αυστηρά νομική σημασία. Βέβαια, ορολογικά παραπέμπει αλλού: απονομιμοποίηση = delegitimation, delegitimization, delegitimisation. Και αν το ίδιο κείμενο ασχολείται με νομικά, προφανώς δεν θα ταιριάξει.

Σε περίφραση: να πάψει να θεωρείται κανονικό / να μη θεωρείται πλέον κανονικό. Μακαρονική αλλά ακριβής.
 
Σωστά, αυτό θα λέγαμε - όμως είναι πολύ πιθανόν να παρερμηνευτεί, στην περίπτωση του καπνίσματος π.χ., το οποίο όντως έχει γίνει μη νόμιμο σε πολλές περιπτώσεις.

Ψάχνοντας στον Βοσταντζόγλου βρήκα το «ανοίκειος» και σκέφτηκα την «ανοικειοποίηση» - θα το δεχόσασταν;
 

skol

Active member
Ψάχνοντας στον Βοσταντζόγλου βρήκα το «ανοίκειος» και σκέφτηκα την «ανοικειοποίηση» - θα το δεχόσασταν;
Αρχικά σκέφτηκα ότι το «αποοικειοποίηση» θα ήταν ίσως πιο σωστό αν δεν ήταν σχεδόν ομόφωνο με το «αποικιοποίηση». Μετά είδα σε ένα φόρουμ ότι υπάρχει και το «αποοικείωση», αλλά δεν βλέπω κι εγώ κάποιο πλεονέκτημα σε σχέση με το «αποκανονικοποίηση».
 

m_a_a_

Active member
Κοτσάρω κι εγώ ένα, επιπέδου «σκέφτομαι και γράφω», ομολουμένως: η αποδόμηση του καπνίσματος ως κανονικότητα[ς]
 
Προσωπικά χρησιμοποιώ τον όρο "αποκανονικοποίηση" χωρίς προβληματισμό.

Εδώ ένα παράδειγμα χρήσης (33 φορές!) σε ακαδημαϊκό συγκείμενο (ακριβώς για το κάπνισμα):
Πολύ ωραία - πείστηκα να το κρατήσω. Σε άλλες περιπτώσεις ίσως να με κάλυπτε και ο «στιγματισμός», που χρησιμοποιείται στην ίδια εργασία :-)
 
Top