commuter

Στη Λεξιλογία έχουμε συζητήσει το commute/commuting, όχι όμως, αν έψαξα καλά, τον commuter.

Διαβάζω ότι αναμένεται αύξηση των κρουσμάτων, και:

Παράλληλα, εξήγησε πως από τα λύματα γίνεται και εκτίμηση του πληθυσμού ο οποίος υπάρχει στο δίκτυο της ΕΥΔΑΠ. Στο πλαίσιο αυτό, ο μειωμένος πληθυσμός στην ΕΥΔΑΠ που παρατηρήθηκε δείχνει ότι υπήρξαν άτομα που έφυγαν από Αττική και ότι η κινητικότητα είχε μειωθεί λόγω διακοπών γιατί δεν έμπαιναν στο δίκτυο καθημερινά γιατί δεν πήγαιναν πχ στην δουλειά τους οι λεγόμενοι commuters. Επομένως, ο ίδιος εκτιμά ότι η αύξηση που παρατηρήθηκε οφείλεται στην κινητικότητα λόγω ρεβεγιόν από σπίτι σε σπίτι και σε συναθροίσεις.

Οι Γερμανοί λένε Pendler, θαρρώ. Εμείς μόνο περιφραστικά.
 

anepipsogos

Active member
"Έγινε ανακατεμένος ο πηγαινοερχόμενος (commuter) και αυξήθηκαν τα κρούσματα"
 

drsiebenmal

HandyMod
Staff member
Πάντως στα γερμανικά Pendler λένε συνήθως όσους κάνουν μεγάλη μετακίνηση καθημερινά για τη δουλειά τους, π.χ. μιάμιση με δυο ώρες σε κάθε κατεύθυνση (πράγμα που διευκολύνεται με τα εκεί ΜΜΜ).

Όχι, δεν θα κάνω λεξιπλαστική πρόταση.
 
Εγώ πάντως θα έγραφα «οι καθημερινώς μετακινούμενοι εργαζόμενοι», νομίζω ότι είναι σαφές και σύντομο.
 

nickel

Administrator
Staff member
Εγώ πάντως θα έγραφα «οι καθημερινώς μετακινούμενοι εργαζόμενοι», νομίζω ότι είναι σαφές και σύντομο.
Το οποίο στη συνέχεια θα μπορούσε να γίνεται «οι καθημερινώς μετακινούμενοι» ή «οι μετακινούμενοι εργαζόμενοι» και, σε κάποια δύσκολα σημεία, ένα σκέτο «οι μετακινούμενοι».
 

drsiebenmal

HandyMod
Staff member
Μόνο που η φράση «καθημερινώς μετακινούμενοι εργαζόμενοι» (και όλα τα υποσύνολά της) ισχύει για όλους τους καθημερινώς μετακινούμενους εργαζόμενους (σώπα...) και δεν δίνει κτγμ την ουσία του commuter/Pendler: το μακράν, τη μεγάλη, συχνά εξουθενωτική απόσταση. Στις μέρες μας, μάλιστα, θα μπορούσε να θεωρηθεί αντίθετο των τηλεεργαζομένων (που δεν είναι).

Νομίζω ότι το σωστό πρέπει να είναι κάτι σαν καθημερινά μακράν μετακινούμενοι εργαζόμενοι και θα ήταν ίσως χρήσιμο να καταφύγουμε σε προσδιοριστικό αρκτικόλεξο, π.χ, ενδεικτικά: οι ΚΜΜ εργαζόμενοι. Να καταφύγουμε δηλαδή σε κάτι σαν τα ΜΜΜ και τα ΜΜΕ, που άλλοτε γράφονται και εκφέρονται αναλυτικά και άλλοτε όχι.
 

nickel

Administrator
Staff member
Στα (αμερικάνικα) αγγλικά ο commuter ήταν εκείνος που δικαιούνταν να αγοράσει εισιτήριο διαρκείας (commutation ticket) για σιδηρόδρομους ή λεωφορεία.
 

drsiebenmal

HandyMod
Staff member
Στα (αμερικάνικα) αγγλικά ο commuter ήταν εκείνος που δικαιούνταν να αγοράσει εισιτήριο διαρκείας (commutation ticket) για σιδηρόδρομους ή λεωφορεία.
Ναι, αλλά όπως βλέπουμε από τον ορισμό της λέξης ως επιθέτου, για σημαντικές αποστάσεις. Βλ. π.χ. και τα παραδείγματα από εδώ:

commuter
adjective [ before noun ]

TRANSPORT
used to describe something that is used by people who regularly travel between home and work, for example a place that they live, or a method of travel:

commuter town/suburb, etc. Fanwood, New Jersey, is still an important commuter town.
commuter flight/airline/bus, etc. They caught a commuter flight to Boston in the morning.
(Definition of commuter from the Cambridge Business English Dictionary © Cambridge University Press)
 

nickel

Administrator
Staff member
Στα αγγλικά τουλάχιστον, δεν υπάρχει έμφαση σε μεγάλες αποστάσεις. Ο ορισμός της Wikipedia είναι ακριβής (τα έντονα, δικά μου):

Commuting is periodically recurring travel between one's place of residence and place of work, or study, and in doing so exceed the boundary of their residential community. It sometimes refers to any regular or often repeated traveling between locations, even when not work-related. A distinction is also often made between commuters who commute daily or weekly between their residence to work place, often being suburbs to cities, and are therefore considered respectively local or long-distance commuters.
 

SBE

¥
Να προσθέσω κι εγώ ότι χωρίς να ανατρέχω σε ορισμούς, εδώ που μένω όποιος πηγάινει στη δουλειά με τη συγκοινωνία θεωρείται commuter. Ακόμα κι αν ειναι τέσσερεις στάσεις.
 

drsiebenmal

HandyMod
Staff member
OK. Ξανακοίταξα με προσοχή τον γερμανικό ορισμό (όπως έπρεπε να είχα κάνει εξαρχής, όταν το είχε αναφέρει ο sarant :-) ).

Pendler είναι λοιπόν όποιος διασχίζει τα όρια της κοινότητας της κατοικίας του για να φτάσει στον τόπο εργασίας του. Υπάρχουν εγγύς (Nahpendler) και μακράν (Fernpendler). Το όριο είναι συνήθως τα 150 km απόσταση κατοικίας-εργασίας ή τα 45-60 λεπτά διαδρομής. Για στατιστική κατηγοριοποίηση υπάρχουν επίσης οι «ενδοκοινοτικοί», εσωτερικοί (Binnenpendler) και οι εξωτερικοί (Wegpendler), όρος που πρακτικά συμπίπτει με το σκέτο Pendler. Ακόμη, οι εργαζόμενοι που διαμένουν κατά τις εργάσιμες μέρες στον τόπο εργασίας και επιστρέφουν το Σ-Κ στον τόπο κατοικίας είναι οι Σαββατοκυριακάτικοι (Wochenendpendler).

Τα σχετικά στοιχεία είναι χρήσιμα τόσο για το γερμανικό φορολογικό σύστημα (υπάρχουν εκπτώσεις π.χ. για τη χρήση του ΙΧΕ σε διαδρομές προς την εργασία), αλλά και για την οργάνωση των αναγκών των τοπικών κοινοτήτων.

(Στοιχεία από τη γερμανική Wiki).
 
Τα «διακοινοτικός» και «εξωκοινοτικός» μάλλον παραπέμπουν σε ευρωπαϊκό εμπόριο... Ίσως όμως θα μπορούσαμε να κάνουμε λόγο για τοπική και υπερτοπική μετακίνηση εργαζομένων.

(Πέρασε και το «συγκοινωνούντες εργαζόμενοι» από το μυαλό μου, αλλά προσκρούει στην εδραιωμένη σημασία τής μεταξύ τους επικοινωνίας.)
 
Τα τελευταία χρόνια έχω συναντήσει αρκετές φορές τον όρο μεταφράζοντας ειδήσεις που αφορούν τα ΜΜΜ στο Σίδνεϊ, όπου και έχει οξυνθεί το πρόβλημα των ανεπαρκών βασικών υποδομών λόγω μεγάλης αύξησης του πληθυσμού. Το έχω αποδώσει με διάφορους τρόπους, "επιβάτες", "εργαζόμενοι", "άτομα", αλλά στο εξής θα χρησιμοποιώ το "μετακινούμενοι", μου φαίνεται πολύ εύστοχο. Στις ειδήσεις αυτές, δε φαίνεται να γίνεται διάκριση των μετακινούμενων ανάλογα με την απόσταση που διανύουν. Συνήθως αναφέρονται απλώς στον συνωστισμό ή στις καθυστερήσεις των ΜΜΜ (που βέβαια συνήθως συνδέονται).
 

SBE

¥
Να προσθέσω κι άλλο υλικό για σκέψη και λεξιπλασία:
Commuter town είναι οι πόλεις-δορυφόροι που περιβάλλουν τα οικονομικά/ βιομηχανικά κέντρα, οι οποίες είναι αρκετά κοντα ώστε να μπορεί κανείς να μένει εκεί και να πηγαινοέρχεται στη δουλειά, αλλά όχι τόσο κοντά ώστε να θεωρείται κάτοικος του μεγάλου οικονομικού κέντρου.
Για παράδειγμα, στο νομό Αττικής θα έλεγα ότι τις τελευταίες δεκαετίες αυτόν το ρόλο έχουν αρχίσει να παιρνουν διάφορα (πρώην) παραθεριστικά μέρη στα οποία πλέον πηγαίνει ο προαστιακός.
Στις πόλεις-δορυφόρους επομένως κατοικούν ταξιδιώτες.
 
Top