Σωστά, τώρα έχουμε και τα «καινούργια» λεξικά. Ιδού η αντίστοιχη εγγραφή στο πιο άνετο σε χώρο, αποκλειστικά ψηφιακό ΜΗΛΝΕΓ:
παραμάγαζο [paramáɣazo], το (ουσ. ΟοΙ3.2).
1) α) Χώρος όπου διεξάγεται παρανόμως μια δραστηριότητα η οποία νομίμως διεξάγεται αλλού, καθώς και, συνεκδοχικά, το σύνολο των ανθρώπων που εμπλέκονται σε αυτή
Το δικό τους παραμάγαζο είχαν στήσει, εδώ και δύο χρόνια, στα χειρουργεία του μαιευτηρίου συνταξιούχοι γιατροί, πρώην εργαζόμενοι στο θεραπευτήριο, όπου με τη συνεργασία ή την κάλυψη και άλλων εργαζομένων του νοσοκομείου πραγματοποιούσαν τοκετούς, φυσικά με... το αζημίωτο!
β) Χώρος στον οποίο εκτυλίσσεται μια (κυρίως παράνομη) δραστηριότητα μυστικά και ο οποίος δεν αποτελεί τον κύριο χώρο διεξαγωγής αυτής της (κυρίως παράνομης) δραστηριότητας
Οι πιο γνωστές φυλακές της χώρας έχουν μετατραπεί σε παραμάγαζο εγκληματικότητας και διακίνησης ναρκωτικών, με αποτέλεσμα το προσωπικό να φοβάται για τη ζωή του και ως εκ τούτου να αδυνατεί να επιτελέσει το καθήκον του
2) Σύνολο ανθρώπων ή θεσμός που ελέγχεται και κατευθύνεται από ένα πολιτικό, οικονομικό κτλ. κέντρο, για να προωθεί τα συμφέροντά του, ενώ θα έπρεπε να παραμένει ουδέτερο και αμερόληπτο
(πρβ. παράκεντρο)
[ΕΤΥΜ^ < παρα-(1) + μαγαζ(ί) + -ο, με αναβιβασμό του τόνου].