Η παπαριά είναι ένα δέντρο σαν την αχλαδιά μόνο που δεν κάνει αχλάδια

nickel

Administrator
Staff member
That entire site, like http://freakipedia.net/index.php5?title=Main_Page, is a parody. Παπάρι is fine (though its connection to παπάρα has never been obvious to me), you already know its use in the plural, but I hate to disappoint you, there is no such tree as παπαριά, and fruit like what I can see in the photograph there may probably come in the shape of gourds in real life.

 

daeman

Administrator
Staff member
Hi Theseus,

There's no need for an image; it's vivid in the minds of everyone using the expression. You've guessed it right, it's the bollocks tree, both literally (if such a thing existed) and figuratively, as you can see from the meaning of παπάρι and παπάρια in Wiktionary and slang.gr.

By the way, there's a typo in the Freakipedia article; the family name should be Paparidae. :p
 

daeman

Administrator
Staff member
[...] Παπάρι is fine (though its connection to παπάρα has never been obvious to me) [...]

Apart from the similarity in sound, I don't know if there's a semantic connection between the two. Let's see what two major dictionaries and Wikipedia say about παπάρα:

παπάρα η [papára] O25 : (οικ.) 1. κομμάτια ψωμιού βουτηγμένα σε νερό, σε γάλα, σε σούπα κτλ.: Tο παιδί έφαγε την ~ του. M΄ αρέσει τη σούπα μου να την κάνω ~. ΦP τρώω ~, υφίσταμαι έντονη παρατήρηση, επίπληξη, κατσάδιασμα. 2. (μτφ.) (συνήθ. πληθ.) ανόητα, επιπόλαια, υπερβολικά λόγια: Aυτά που λες είναι παπάρες. [ιταλ. (διαλεκτ.) pappara]
(ΛΚΝ)

παπάρα (η) (οικ.) {χωρ. γεν. πληθ.) 1. ψωμί μουσκεμένο (σε νερό, γάλα, λάδι σαλάτας κ.λπ.) 2. φαγητό από μικρά κομμάτια ψωμιού σε ζωμό: κάνω τη σούπα μου ~ 3. (μτφ. στον πληθ.) ανόητα λόγια. [ΕΤΥΜ. < τουρκ. papara < σλαβ. popara < popariam «ζεματίζω»].
(ΛΝΕΓ)

Popara (Cyrillic: Попара) (Greek: Παπάρα, Turkish: papara), is a meal made with left over or fresh bread. It is mostly made in Turkey, Bulgaria, Serbia, Bosnia, Macedonia and Montenegro. ... Popara is a traditional kids' breakfast meal. ... Tirit is a Turkish dish made from old bread so it doesn't have to be thrown away.


Edit: Also from Dimitrakos dictionary because it includes a meaning rather rare today, that of an insult or severe reproach:



 
Last edited:
Actually, παπαριά is usually an idiotic action(a), words(b) or useless object(c). It comes in many flavours, of which I will highlight the most important ones:

(a)-Θα τα παίξω όλα στο χρηματιστήριο.
-Μην κάνεις παπαριές.

(c)-Λες να πάρω το Fifa 2012 ή το PES 2012;
-To Fifa πάρε, το PES είναι μια παπαριά και μισή.

(b)-Άκουσες τι είπε ο Schäuble;
-Καμμιά καινούρια παπαριά;


It's more of a straight noun rather than an exclamation (it may be used as one, though).
 

daeman

Administrator
Staff member
Oh well, if you insist we should pick the fruit :-\

παπαριά
3. Λέξη ιδιαιτέρως διαδεδομένη η οποία σημαίνει βλακείες, ανοησίες, χαζομάρες.
-Μου είπε ότι θα βγει με τη Μπελούτσι...
-Παπαριές!

παπαριά καμαρωτή:
- Ο Πρωθυπουργός είπε ότι θα πάει το μαχαίρι στο κόκκαλ(η).
- Παπαριές καμαρωτές!

παπάρια μάντολες, παπαριές μανίτσα μου, and loads of other derivatives and thereabouts in slang.gr.
 

daeman

Administrator
Staff member
Κά-τω τα χέ-ρια απ' τη Μπε-λούτσι! Τον χαβά μου εγώ...

Κά-τω τα χέ-ρια, απτή Μπε-λούτσι!
Έτσι δεν το λες; Ή βάζεις την απόστροφο;
 

daeman

Administrator
Staff member
Επειδή η παπαριά δεν κάνει αχλάδια, σας έφερα μερικά, over the nuts and the wine. :whistle:
 
Κά-τω τα χέ-ρια, απτή Μπε-λούτσι!
Έτσι δεν το λες; Ή βάζεις την απόστροφο;
Αποστροφή και Μπελούτσι δεν είναι συμβατές έννοιες.
 
What is the meaning of the proverb at the end of this Dimitrakos snippet? Does it mean 'He who chooses fluidity, takes amazement??' Odd? Help!
 

daeman

Administrator
Staff member
I think it means that whoever seeks something spotless or unblemished (see λαγαρός) will be disappointed.
I'd render it with something like this, perhaps: Being too picky gets you nοwhere in the end.


Edit: in snippet terms (or maybe term snippets):

 

nickel

Administrator
Staff member
Yep. Όποιος / Ποιος διαλέγει τη λαγάρα, παίρνει την παπάρα. The picky ones get the worst / the leftovers.
 

cougr

¥
Forgot to add that "bollocks" also used to refer to "priests" or to the "rubbish spoken by priests".
 
Last edited:
Top