metafrasi banner

Ελληνική απόδοση του όρου Host

argyv

New member
Καλησπέρα,
Είμαι καινούργια μεταφράστρια που αυτή την στιγμή κάνω το μεταπτυχιακό μου και έχω αναλάβει την δημιουργία υποτίτλων για την σειρά "Ouran High School Host club".
Έχω συναντήσει ιδιαιτερο πρόβλημα στην απόδοση του όρου "host", ο οποίος παρουσιάζεται στον τίτλο της σειράς, όλων των επεισοδίων και αναφέρεται συχνά και στους ίδιους τους διαλόγους.
Στην Ιαπωνική κουλτούρα ο όρος αναφέρεται σε άνδρες επαγγελματίες, οι οποίοι εργάζονται σε νυχτερινά κέντρα και πληρώνονται για να περνούν χρόνο με τις πελάτισσες (να συζητάνε μαζί τους, να τους κανουν κοπλιμέντα, να πίνουν μαζί κλπ).
Στην σειρά που έχω αναλάβει, ο όρος χρησιμοποιείται φυσικά με πολύ πιο ηλικιακά κατάλληλο τρόπο, καθώς οι χαρακτήρες είναι μαθητές Λυκείου, όμως ο γενικός χαρακτηρας της συντροφικότητας παραμένει. Η σειρά είναι κυρίως κωμική.
Έχω εξετάσει ολες τις κυριολεκτικές αποδόσεις οι οποίες δεν ταιριάζουν, και μερικές πιο ελεύθερες αποδόσεις όμως δεν έχω καταλήξει σε κάτι.
Οποιαδήποτε συνεισφορά θα εκτιμηθεί ιδιαίτερα, καθώς δεν μπορώ φυσικά να αφήσω τον όρο αυτούσιο, αλλά δεν έχω καταφέρει να βρω λέξη η οποία να αποδίδει επαρκώς το νόημα. Ευχαριστώ.
 
Καλώς ήλθες στη Λεξιλογία.
Η πρακτική αυτή έχει καθιερωθεί από παλιά με την ονομασία «κονσομασιόν» στην Ελλάδα και οι γυναίκες που πληρώνονται για να κάνουν παρέα και να πίνουν με τους πελάτες «κονσοματρίς». Θα ονόμαζα τους άντρες «κονσοματέρ».
Το έχω βρει κι εγώ σε γιαπωνέζικη σειρά και έτσι συμφωνήσαμε με τη μεταφράστρια να αποδοθεί.
Όσο και να το ντύσεις με την έννοια της συντροφικότητας, δεν παύει να είναι στην ουσία ακριβώς αυτό: κάνει παρέα με τους πελάτες και πληρώνεται γι’ αυτό, αυξάνοντας την πελατεία και τα έσοδα του μαγαζιού. Είναι εθελοντές αυτοί οι hosts στη σειρά;
Φυσικά, αντιλαμβάνομαι ότι πολλά νεαρά άτομα δεν θα έχουν ακούσει ποτέ τη λέξη, που σημειωτέον φαίνεται να είναι ελληνική εφεύρεση, στα γαλλικά έχει μόνο την κυριολεκτική έννοια.
 
Συμφωνώ με την Αλεξάνδρα, αυτές ακριβώς τις σκέψεις έκανα κι εγώ.

Να τολμήσω να προτείνω και το ενδεχόμενο της μεταγραφής "χοστ" (και αντίστοιχα "χοστ κλαμπ"); Δεν νομίζω να ξενίσει και τόσο, αγγλικά ξέρουν πλέον όλοι, θα το πιάσουν αμέσως, μπορεί και να έχουν ξανακούσει τον όρο. Χρησιμοποιούμε ξένους όρους και σε άλλους ρόλους στην εστίαση (μπάρμαν, μπαρίστα, μετρ, σεφ...), γιατί όχι κι εδώ; Και μια που πρόκειται για υπότιτλους, έχει και το πλεονέκτημα ότι είναι μόνο τέσσερα γράμματα.
 
Καλώς ήλθες στη Λεξιλογία.
Η πρακτική αυτή έχει καθιερωθεί από παλιά με την ονομασία «κονσομασιόν» στην Ελλάδα και οι γυναίκες που πληρώνονται για να κάνουν παρέα και να πίνουν με τους πελάτες «κονσοματρίς». Θα ονόμαζα τους άντρες «κονσοματέρ».
Το έχω βρει κι εγώ σε γιαπωνέζικη σειρά και έτσι συμφωνήσαμε με τη μεταφράστρια να αποδοθεί.
Όσο και να το ντύσεις με την έννοια της συντροφικότητας, δεν παύει να είναι στην ουσία ακριβώς αυτό: κάνει παρέα με τους πελάτες και πληρώνεται γι’ αυτό, αυξάνοντας την πελατεία και τα έσοδα του μαγαζιού. Είναι εθελοντές αυτοί οι hosts στη σειρά;
Φυσικά, αντιλαμβάνομαι ότι πολλά νεαρά άτομα δεν θα έχουν ακούσει ποτέ τη λέξη, που σημειωτέον φαίνεται να είναι ελληνική εφεύρεση, στα γαλλικά έχει μόνο την κυριολεκτική έννοια.
Καλησπέρα και συγγνωμη για την αργοπορημένη απάντηση!! Η αλήθεια είναι πως δεν γνώριζα τον ελληνικό όρο και θα τον έχω στο νου μου, ωστόσο θεωρώ οτι θα πέσει λίγο βαρύς για το ύφος της σειράς και το γενικό λεξιλόγιο που έχει. Θεωρητικά ναι είναι εθελοντές, δηλαδή δεν πληρώνονται για αυτό, είναι σαν τα άλλα εξωσχολικά κλαμπ που έχουν στην Ιαπωνία, όπως το ποδόσφαιρο, μουσική, τέχνη κλπ.
 
Συμφωνώ με την Αλεξάνδρα, αυτές ακριβώς τις σκέψεις έκανα κι εγώ.

Να τολμήσω να προτείνω και το ενδεχόμενο της μεταγραφής "χοστ" (και αντίστοιχα "χοστ κλαμπ"); Δεν νομίζω να ξενίσει και τόσο, αγγλικά ξέρουν πλέον όλοι, θα το πιάσουν αμέσως, μπορεί και να έχουν ξανακούσει τον όρο. Χρησιμοποιούμε ξένους όρους και σε άλλους ρόλους στην εστίαση (μπάρμαν, μπαρίστα, μετρ, σεφ...), γιατί όχι κι εδώ; Και μια που πρόκειται για υπότιτλους, έχει και το πλεονέκτημα ότι είναι μόνο τέσσερα γράμματα.
Μετά από αρκετή σκέψη, αυτή ήταν η προσέγγιση που ήθελα να εφαρμόσω και εγώ, ωστόσο η καθηγήτρια μου διαφωνούσε, ακριβώς επειδή θεωρούσε οτι θα είναι άγνωστη. Όμως και εγώ θεωρώ πως δεν θα ξενίσει, ιδιαίτερα καθώς αναφέρεται τόσο πολύ στην σειρά (και εγώ οταν την πρωτοείδα με αγγλικούς υπότιτλους σαν παιδί δεν το ήξερα, αλλα το καταλαβαίνεις γρήγορα από τα συμφραζόμενα). Αξίζει να σημειωθεί πως έψαξα όλες τις διαθέσιμες μεταφράσεις της σειράς σε άλλες γλώσσες και οι περισσότερες είτε το έχουν διατηρήσει αυτούσιο (γλώσσες με λατινικό αλφάβητο βέβαια), είτε το έχουν μεταφράσει στην γλώσσα τους κυριολεκτικά. Σίγουρα θα το κρατήσω ως έσχατη επιλογή και θα προσπαθήσω να το ξαναπαρουσιάσω στην καθηγήτριά μου, απλά αναρωτιόμουν αν κάποιος μπορούσε να προτείνει έναν ταιριαστο όρο που να μην έχω σκεφτεί, κάθως ό,τι σχετικο με "φιλοξενία" και "συνοδεία" δεν ακούγεται πολύ καλά στα ελληνικά θεωρώ. Ευχαριστώ πολύ για την συνεισφορά!!
 
.. ιπποτικός συνοδός (έβαλα λάθος τον τόνο), which sounds like a squire :unsure: ... I meant a chivalrous escort/companion/host (something equivalent to that).
A respectful and courteous male (accompanying a lady).
 
... καβαλιέρος ή ιπποτικός σύνοδος;
Το ιπποτικός συνοδός, πέρα από το ότι έχει πολύ διαφορετικό επίπεδο ύφους και δημιουργεί άσχετους συνειρμούς, έχει δείκτη μπλαμπλά στα ουράνια, πράγμα που για τους υπότιτλους είναι καίριας σημασίας.

Το καβαλιέρος δεν είναι κακή ιδέα, χρησιμοποιείται στον χορό, αν και έχει κι αυτό λιγάκι διαφορετικό επίπεδο ύφους. Νομίζω ότι αν θέλουμε να μείνουμε σε όρο που ήδη υπάρχει στα ελληνικά, είναι ό,τι καλύτερο.
 
Ο συνοδός (σκέτο, χωρίς ιπποτικά κλπ) μια χαρά ακούγεται στα ελληνικά, αν θελεις κατι πιο ουδετερο με λιγότερα γράμματα. Άλλωστε κι ο αεροσυνοδός...

συνοδός ο [sinoδós] Ο17 θηλ. συνοδός [sinoδós] Ο34 : αυτός που συνοδεύει κπ. για να του προσφέρει κάποια υπηρεσία ή για να τον τιμήσει: Είναι γέρος και δεν μπορεί να κυκλοφορήσει χωρίς συνοδό. Εργάζεται ως ~ σχολικού λεωφορείου. Επίσημος ~ των υψηλών προσκεκλημένων. ~ μιας κυρίας / μιας δεσποινίδας, καβαλιέρος. Aυτός ο νεαρός είναι ο μόνιμος ~ της.
 
Back
Top