Your slip is showing: Γλωσσικές και μεταφραστικές γκάφες (και μικρολαθάκια)

Αν το "extenuating" δεν είναι λάθος, ξενίζει ... η άλλη πιθανότητα είναι ότι η λέξη που είχε στο μυαλό του ο συγγραφέας (or was transcribed incorrectly by someone else) ήταν το "attenuating", που έχει το ίδιο ηχητικό μοτίβο με το "extenuating" (ακούγεται το "tenuating" κομμάτι και στις δύο λεξεις) και ταιριάζει καλύτερα στην πρόταση (strange phrasing, but I can think of "attenuating conversation" as a conversation that attenuates the tension or lightens the mood).

I think a comma would have made sense, too (after "other") ... as no other attenuating/extenuating conversation (without the comma) implies that the main or only conversation that was taking place during the autopsy was also lightening the mood?
Likewise, no other extraneous conversation (without the comma) implies that the conversation taking place during the autopsy was irrelevant to it (it was the only extraneous one taking place).
I think the word "other" confuses?
 
Last edited:
The full paragraph is: "There is very little talking; they discuss only what is essential. There is no other extenuating conversation going on in the room."

Hence, "other" builds on the first sentence, creating the necessary contrast between the "essential" discussion mentioned there.
 
Thanks, cougr.

... extraneous fits the "only what is essential" framing from the preceding sentence.

Attenuating (or Duke_of_Waltham's reading of extenuating itself, as talk that lightens the mood) fits the "most solemn" framing.
 
I should have mentioned it from the outset, but what I had wanted to say is that If not outright incorrect, this type of phrasing is definitely not established and, as our discussion illustrates, certainly not clear. It strikes me more as a case of sesquipedalianism* and obfuscation . Or as nickel might say: λέξεις για φιγούρα και τρικλοποδιές.

*How's that for a φιγουροτρικλοποδιά? :)
 
I should have mentioned it from the outset, but what I had wanted to say is that If not outright incorrect, this type of phrasing is definitely not established and, as our discussion illustrates, certainly not clear. It strikes me more as a case of sesquipedalianism* and obfuscation. Or as nickel might say: λέξεις για φιγούρα και τρικλοποδιές.
Με αυτό δεν θα διαφωνήσω. Άλλωστε ο Τσιάτσιο δεν μοιάζει να είναι ιδιαίτερα μεγάλης ηλικίας, για να πεις ότι θυμάται κάποια παλιότερη χρήση που έχουν ξεχάσει οι υπόλοιποι.

Πάντως, μιας και είναι το νήμα των λαθών… αποδίδεται ορθώς το forensic investigator ως «ιατροδικαστικός ερευνητής»; Μόλις ξαναδιάβασα αυτό εδώ το νήμα, και μ' έπιασε μια μικρή απελπισία.
 
Last edited:
Μια σκέψη ακόμα: το extenuate βγαίνει από το λατινικό extenuare, από το tenuis, «λεπτός», δηλαδή κυριολεκτικά «λεπταίνω, μειώνω». Σήμερα όμως ζει σχεδόν μόνο στο extenuating circumstances, τα ελαφρυντικά. Υποψιάζομαι ότι ο συγγραφέας το είχε ακούσει μόνο σε αυτή τη φράση, του έμεινε μια θολή αίσθηση «επιπλέον, περιφερειακό» και στην ουσία εννοούσε το extraneous. Ηχητικά άλλωστε το ex-ten και το ex-tra δεν απέχουν πολύ.
 
Μια σκέψη ακόμα: το extenuate βγαίνει από το λατινικό extenuare, από το tenuis, «λεπτός», δηλαδή κυριολεκτικά «λεπταίνω, μειώνω». Σήμερα όμως ζει σχεδόν μόνο στο extenuating circumstances, τα ελαφρυντικά. Υποψιάζομαι ότι ο συγγραφέας το είχε ακούσει μόνο σε αυτή τη φράση, του έμεινε μια θολή αίσθηση «επιπλέον, περιφερειακό» και στην ουσία εννοούσε το extraneous. Ηχητικά άλλωστε το ex-ten και το ex-tra δεν απέχουν πολύ.
Ναι.

Νομίζω ότι είχε στο μυαλό του κάτι σαν extraneous conversation. Το "only what is essential" οδηγεί αρκετά φυσικά εκεί (the full paragraph helped).
Όταν μια λέξη βγαίνει έξω από το καθιερωμένο της περιβάλλον (εν προκειμενω, το extenuating circumstances), η σημασία της συχνά θολώνει. Δεν αποκλείεται να έχουμε κάτι τέτοιο εδώ.
 
Πάντως, μιας και είναι το νήμα των λαθών… αποδίδεται ορθώς το forensic investigator ως «ιατροδικαστικός ερευνητής»
Ο όρος στο άρθρο ήταν το 'medical examiner'.
Είχα στο μυαλό μου την 'ιατροδικαστική έρευνα" και λόγω βιασύνης και εκ παραδρομής, βγήκε ένα αυθόρμητο... 'ιατροδικαστικός ερευνητής'.
Το κατάλαβα λίγο αργότερα το λάθος, αλλά δεν ήθελα να ενοχλήσω πάλι τον Nickel και την παρέα για μια διόρθωση.
 
Εικόνες Αποκάλυψης εκτυλίσσονται στην Λιμάν, η οποία εδώ και δύο εβδομάδες βρίσκεται ξανά υπό ουκρανικό έλεγχο.
Μιλώντας στην El Pais έκανε λόγο για εικόνες αποκάλυψης. «Είναι μια μάζα από σιδερικά...»

Τα ελληνικά ΜΜΕ έπεσαν πάλι στην "παγίδα του αντιδανείου"*. Χρησιμοποιούν τον όρο "εικόνες αποκάλυψης" για να δείξουν καταστροφή, ξεχνώντας ότι στα ελληνικά η αποκάλυψη σημαίνει φανέρωση (κ.ά.) και όχι όλεθρος. Με αυτούς τους ρυθμούς, ο Μπαμπινιώτης θα αναγκαστεί να προσθέσει νέα ερμηνεία στο λεξικό, είτε του αρέσει είτε όχι. Ήδη τον βλέπω να τραβάει τα μαλλιά του.😁🙃

Edit: *δλδ. το μεταφραστικό σφάλμα λόγω σημασιολογικού αντιδανείου
 
Last edited:
Μονόδρομος… Άνοιξα το Χρηστικό, να δω μην τυχόν και αγνοώ καμιά συνεκδοχική σημασία της λέξης, αλλά τα ευρήματα ήταν καθησυχαστικά:

μονόδρομος (ο) 1. δρόμος μονής κατεύθυνσης. Βλ. διπλής κατεύθυνσης, -δρομος. 2. (μτφ.) ιδανική και μόνη λύση, επιλογή που δεν αφήνει άλλα περιθώρια: Φαίνεται ~ η οικονομική συνεργασία μεταξύ των χωρών. Η νίκη αποτελεί ~ο για την ομάδα.|| (αρνητ. συνυποδ.) Τα ναρκωτικά είναι ~ (: δρόμος χωρίς επιστροφή), οδηγούν μόνο στην καταστροφή και στον θάνατο.

Τότες, λοιπόν, η Βικηπαίδεια τι στο καλό εννοεί;

Τα Γρεβενά απέχουν 432 χιλιόμετρα από την Αθήνα, μέσω των Τρικάλων, 164 χιλιόμετρα από τη Θεσσαλονίκη, μέσω της Βέροιας, και 98 χιλιόμετρα μονόδρομος από τα Ιωάννινα.

Την Εγνατία, μια φορά, μονόδρομο δεν τη λες…
 
[Η] Βικηπαίδεια τι στο καλό εννοεί;

Τα Γρεβενά απέχουν 432 χιλιόμετρα από την Αθήνα, μέσω των Τρικάλων, 164 χιλιόμετρα από τη Θεσσαλονίκη, μέσω της Βέροιας, και 98 χιλιόμετρα μονόδρομος από τα Ιωάννινα.

Την Εγνατία, μια φορά, μονόδρομο δεν τη λες…
Βλέπω ότι πέρυσι τον Νοέμβριο έγιναν εκτενείς αλλαγές στο άρθρο, και όχι όλες προς το καλύτερο… Δες πόσο στρωτά και ωραία ξεκινούσε το άρθρο ως τότε:

Τα Γρεβενά είναι πόλη της Μακεδονίας, έδρα του δήμου Γρεβενών και πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Γρεβενών στη Δυτική Μακεδονία.

…και από τι αντικαταστάθηκε:

Τα Γρεβενά συνιστούν αστικό κέντρο του γεωγραφικού διαμερίσματος της Μακεδονίας, λειτουργώντας ως έδρα του Δήμου Γρεβενών, καθώς και ως πρωτεύουσα της Περιφερειακής Ενότητας Γρεβενών, η οποία εντάσσεται στην Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας.

Όσο για τον γρίφο, αναρωτιέμαι μήπως στο μυαλό του ψευδώνυμου συντάκτη, το μονόδρομος σημαίνει «κατευθείαν, όχι μέσω άλλης πόλης». Χωρίς να λέω ότι θα έβγαζε περισσότερο νόημα κάτι τέτοιο… Ο αυτοκινητόδρομος στην πραγματικότητα δεν περνάει ούτε μέσα από τη Βέροια ούτε μέσα από τα Τρίκαλα.
 
«κατευθείαν, όχι μέσω άλλης πόλης».
Κι εγώ έτσι το κατάλαβα.

Θυμάμαι μεγαλύτερους στην οικογένειά μου να χρησιμοποιούν τη λέξη "μονόδρομος" με την έννοια ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος για να πας κάπου, ότι ήταν η μόνη επιλογή (ο μόνος δρόμος). Αλλά ακόμα κι αν ίσχυε αυτό εδώ (κουβέντα να γίνεται), πάλι δεν θα έβγαζε νόημα.
 
Ίσως το "μονόδρομος:" να χρησιμοποιείται μεταφορικά (ή χαλαρα), με την έννοια ότι η διαδρομή είναι η μόνη λογική ή πρακτική επιλογή, παρόλο που υπάρχουν εναλλακτικές διαδρομές (οι οποίες όμως μπορεί να είναι σημαντικά μεγαλύτερες);

Maybe this route is so obvious that it doesn't need spelling out (it's the ideal choice)?

2. (μτφ.) ιδανική και μόνη λύση,
 
Last edited:
I had also thought of that. Admittedly though, even if that's the intended meaning the phrasing is clumsy and syntactically questionable. It forces a literal reading of the sentence, which just doesn't work here.
 
Υποψιάζομαι ότι κάποιος ήθελε να γράψει «οδικώς» ή «απευθείας μέσω Εγνατίας» και κατέληξε στο «μονόδρομος», ίσως από βιαστική αναδιατύπωση. Ούτε η μεταφορική σημασία του Χρηστικού («μόνη λύση») στέκει εδώ, γιατί τότε θα έλεγε κάτι για τη διαδρομή, όχι για την απόσταση. Αξίζει να δει κανείς στο ιστορικό ποια επεξεργασία το έβαλε και να το διορθώσει.
 
Σκέφτηκα μήπως ο συντάκτης είχε στο μυαλό του την Εγνατία ως τη μόνη λογική επιλογή ... τόσο αυτονόητη, μάλιστα, που δεν χρειαζόταν καν να την αναφέρει. Άλλωστε, καταλαβαίνουμε σε ποια διαδρομή αναφέρεται μόνο από την απόσταση που δίνει -- 98 χλμ.

Μονόδρομος στο μυαλό του;

Βέβαια, αυτή είναι μια καλόπιστη ερμηνεία της πρόθεσης του, αλλά δεν κάνει τη συγκεκριμένη διατύπωση λιγότερο αδέξια.
 
Για το extenuating εγώ απλά σκεφτηκα ότι γενικά είναι παράξενη δήλωση, τί μπορεί να λένε όταν ο νεκρός δεν είναι διάσημος, νέος και ωραίος (και γιατί κάποιος άσημος, γέρος και άσχημος δεν έχει την ίδια μεταχείριση).
 
Για το extenuating εγώ απλά σκεφτηκα ότι γενικά είναι παράξενη δήλωση, τί μπορεί να λένε όταν ο νεκρός δεν είναι διάσημος, νέος και ωραίος (και γιατί κάποιος άσημος, γέρος και άσχημος δεν έχει την ίδια μεταχείριση).
Εμένα δεν με παραξένεψε. Όταν ο θάνατος αποτελεί την καθημερινότητά σου, δεν νιώθεις το ίδιο δέος όπως οι περισσότεροι: και την κουβεντούλα σου θα κάνεις, και το κολατσιό σου θα φας παραδίπλα. Δεν γίνεται να είσαι τη μισή μέρα στη μούγγα — από τη στιγμή μάλιστα που δεν έχεις κοινό που θα σε παρεξηγήσει. (Οι εργολάβοι κηδειών έχουν πιο δημόσιο ρόλο από αυτή την άποψη.) Η φορτισμένη ατμόσφαιρα φαντάζομαι προκύπτει σε περιπτώσεις που σοκάρουν ακόμα και τον επαγγελματία, είτε πρόκειται για ειδεχθή εγκλήματα ή φρικιαστικά ατυχήματα είτε για κάποιον που ο ιατροδικαστής γνωρίζει άμεσα (ανήκει στον κύκλο του) ή έμμεσα (μια διασημότητα).
 
Στο Merriam-Webster δίνονται για το extenuate, μεταξύ άλλων, σημασίες «αποδυναμώνω» και (απαρχαιωμένη) «αντιμετωπίζω ανάλαφρα, χωρίς σοβαρότητα», που γεφυρώνουν την αρχική έννοια «αδυνατίζω» με τη σύγχρονη επικρατούσα έννοια «μειώνω τη σοβαρότητα, δικαιολογώ».
Extenuate is most familiar in the phrase “extenuating circumstances,” which refers to situations or facts that provide a partial justification or excuse for something. The word extenuate can, however, also be used all on its own. Its most typical use is with the meaning “to lessen the strength or effect of something, such as a risk,” but it also has legal use closely related to the meaning of “extenuating circumstances”; to extenuate a crime, offense, etc., is to lessen or to try to lessen its seriousness or extent by making partial excuses. Extenuate didn’t get its start in this semantic territory, however. It was borrowed into English in the 1500s with a now-archaic meaning it took directly from its Latin forebear, extenuare: “to make light of; to treat as unimportant.” Extenuate is today mostly at home in technical and legal contexts, but it occasionally appears in general writing with what may be a developing meaning: “to prolong, worsen, or exaggerate.” This meaning, which is likely influenced by the words extend and accentuate, is not yet fully established.​
​
Examples of extenuate in a Sentence​
don't even try to extenuate their vandalism of the cemetery with the old refrain of “Boys will be boys”​

[thinking…]

Δεν ξέρω… εμένανε πιο πολύ για υφολογικό φιγουριλίκι μου κάνει παρά για παραδρομή…
 
Όπως και να 'χει, θεώρησα ότι μάλλον πρόκειται για λάθος, μόνο και μόνο επειδή η σύγχυση μεταξύ των συγκεκριμένων όρων είναι αρκετά συχνή. Έχω πετύχει άπειρες φορές να μπερδεύουν αυτούς τους όρους, τόσο στον προφορικό όσο και στον γραπτό λόγο.

Ακόμα μερικά ενδεικτικά παραδείγματα από το διαδίκτυο:

The investigation will also provide some insight as to whether there are extraneous circumstances or reasons which may excuse (either partially or fully) the conduct.

Good to know: Some student forums use the term
extraneous circumstances, but for official forms, you’ll need “extenuating” or “mitigating.”

.
..και πάει λέγοντας.
 
Back
Top