Νομίζω ότι ο επικρατέστερος όρος για το «shortcut» είναι το «συντομότερος δρόμος». Παίζουν, επίσης, τα «κοντινότερος δρόμος» και «κόψιμο δρόμου». Το «I took a shortcut» μπορεί να αποδοθεί ως «έκοψα δρόμο». Στο slang.gr απαντάται επίσης η λέξη «καβατζόστενο» αλλά δεν νομίζω να ακούγεται πολύ...