To retire as a verb


Dear friends,

I know I have posted about this before and never really gotten a "satisfactory" answer. It's hard to believe, but I'm trying to find a way to say the simple phrase "Have you retired?" or "I have retired" without saying "Έχεις πάρει την σύνταξη σου;" because that brings in the idea of a pension. Some people retire without a pension and it would bring up a sore subject if I imply that they do. Is there no verb for retire that would be appropriate in this case?

Thank you.



Super Moderator
Staff member
Νομίζω ότι το «Έχεις βγει στη σύνταξη» δεν σημαίνει σίγουρα ότι εισπράττει σύνταξη κιόλας, απλώς ότι αποσύρθηκε και δεν δουλεύει πια.
Αλλιώς συμφωνώ με τον Earion για το «Σταμάτησες τη δουλειά» ή Σταμάτησες να δουλεύεις».


Staff member
Το θέμα είναι ότι στην Ελλάδα είναι σπάνιο να σταματήσει κάποιος να δουλεύει χωρίς να τον περιμένει κάποια σύνταξη.


That's interesting. Am I correct in concluding then that the noun "σύνταξη" doesn't necessary mean pension. It means retirement. And "συνταξιούχος" is a retired person regardless of whether he is entitled to a pension or not. In english "retiree" is a retired person with or without a pension and "pensioner" is a retired person with a pension.
No, "συνταξιούχος" means necessarily that someone is entitled to a pension, a pensioner.

συνταξιούχος [si(n)daksiúxos]
1) Αυτός που λαμβάνει την κατά τον νόμο σύνταξη 2) (ως επ.) Που λαμβάνει την κατά τον νόμο σύνταξη, που δεν εργάζεται πλέον

σύνταξη means "pension"

Το μηνιαίο ποσό που καταβάλλεται εφ’ όρου ζωής από ασφαλιστικό ταμείο, από το κράτος κτλ. σε έναν εργαζόμενο (ή στα προστατευόμενα μέλη της οικογένειάς του σε περίπτωση θανάτου του) ο οποίος σταμάτησε την εργασία του λόγω συμπλήρωσης των απαιτούμενων ετών ή λόγω προβλημάτων υγείας
(κατ’ επέκτ.)
Η κατάσταση αυτού που έχει σταματήσει την εργασία και λαμβάνει σύνταξη (

"retire" means "stop working" (αποσύρομαι, σταματώ να εργάζομαι) and may or may not come with a pension. So, I agree with the three solutions Earion gave you.