Medicine > Ιατρική (EN > EL)

Μπράβο! Το είχα βρει κι εγώ πριν από δύο μήνες (to the day :)) και δε μου έκοψε να το ανεβάσω!
 
Καλύτερα όμως να το έχει κανείς τοπικά γιατί είναι σκέτο σεντούκι θησαυρού και δεν ξέρουμε πόσο θα παραμείνει ονλάιν.
 

nickel

Administrator
Staff member
Ορίστε και το δισέλιδο του τέλους.
 

Attachments

  • Odigos_SFEE.pdf
    261.8 KB · Views: 275

nickel

Administrator
Staff member
heart-lung machine = μηχάνημα εξωσωματικής κυκλοφορίας
perfusionist, clinical perfusionist, cardiovascular perfusionist = χειριστής μηχανήματος εξωσωματικής κυκλοφορίας, εξωσωματιστής
 
Αν θέλουμε κάτι πιο επίσημο: perfusionist = χειριστής μηχανήματος τεχνικός εξωσωματικής κυκλοφορίας.
Να σημειώσουμε ότι κάποιοι λίγοι χρησιμοποιούν το «εξωσωματιστής» με την έννοια «ειδικός στην εξωσωματική γονιμοποίηση».
 
Last edited by a moderator:
Θα μου πείτε πως ό,τι θυμάμαι χαίρομαι και θα 'χετε και δίκιο, μετά από 2 μήνες που επανέρχομαι, αλλά εγώ το είχα στις εκκρεμότητές μου:

Όποιος δουλεύει με τον διαβήτη μπορεί να συμβουλεύεται τις Κατευθυντήριες οδηγίες της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας. Εμένα με έχουν βοηθήσει πολύ, όχι μόνο με την ορολογία αλλά και για να καταλάβω τα διάφορα θεραπευτικά σχήματα κλπ.
 
aspartate aminotransferase, AST = αμινοτρανσφεράση ασπαρτικού, ασπαρτική αμινοτρανσφεράση - παλιότερα τρανσαμινάση γλουταμικού-οξαλοξικού, SGOT
alanine aminotransferase, ALT = αμινοτρανσφεράση αλανίνης, αλανινική αμινοτρανσφεράση - παλιότερα τρανσαμινάση γλουταμικού-πυροσταφυλικού, SGPT

Τα παρακάτω είναι γκρίνια, μη δίνετε σημασία:
Δύο από τα σημαντικότερα ηπατικά ένζυμα, που ελέγχονται συχνά για να εξεταστεί η λειτουργία του ήπατος, είναι οι αμινοτρανσφεράσες ALT και AST. Λέγονται αμινοτρανσφεράσες γιατί μεταφέρουν μια αμινομάδα από μια ένωση σε κάποια άλλη: η μεν ALT από και προς την αλανίνη, η δε AST από και προς το ασπαρτικό (ή ασπαραγινικό) οξύ. Θα μπορούσαμε λοιπόν μια χαρά να τις πούμε αμινοτρανσφεράση αλανίνης και αμινοτρανσφεράση ασπαρτικού, αλλά όοοοοοοοοχι: επειδή το ασπαρτικό έχει ήδη την κατάληξη -ικό, που μας βολεύει, θα λέμε την AST ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, κι ας μην είναι απόλυτα σωστό. Κι ενώ την ALT θα μπορούσαμε να την πούμε κι αυτή αλανινική αμινοτρανσφεράση που θα ήταν και σωστό και ομοιόμορφο, φοβόμαστε ή βαριόμαστε να παραλλάξουμε τη λέξη που έχουμε μάθει, οπότε θα την αφήσουμε αμινοτρανσφεράση της αλανίνης. Κι έτσι τώρα έχουμε:

ασπαρτική αμινοτρανσφεράση / αμινοτρανσφεράση (του) ασπαρτικού: 12.500 / 42 ευρήματα
αλανινική αμινοτρανσφεράση / αμινοτρανσφεράση (της) αλανίνης: 101 / 3.004 ευρήματα

Τέλος γκρίνιας
 

bernardina

Moderator
Blast crisis και blastic crisis= βλαστική κρίση (στη χρόνια μυελογενή λευχαιμία).

Βλαστική Φάση
Αριθμός βλαστών μεγαλύτερος από 30% των φυσιολογικών ανευρίσκεται στο αίμα ή στον μυελό των οστών, οι οποίοι μπορεί να σχηματίσουν όγκους εκτός μυελού των οστών. Αναφέρεται και ως «βλαστική κρίση», δηλαδή μια κατάσταση κατά την οποία ο αυξημένος αριθμός βλαστών προκαλεί απειλητικές για τη ζωή λοιμώξεις, σοβαρή αναιμία, αιμορραγικές εκδηλώσεις και τελικά τον θάνατο του ασθενούς.
 
cadherin = καντχερίνη, καδχερίνη
Η απόδοση «καντερίνη» επικρατεί στο Google και στα λεξικά, αλλά κανονικά το h προφέρεται (επειδή ο όρος σχηματίζεται από τις λέξεις calcium και adhesion).
 
somatic cell therapy = σωματοκυτταρική θεραπεία
advanced therapy medicinal products = φάρμακα προηγμένων θεραπειών
 

nickel

Administrator
Staff member
chemical castration = χημικός ευνουχισμός (ορμονική θεραπεία για τη μείωση της λίμπιντο).

Εφαρμόζεται σε άτομα που έχουν καταδικαστεί για παιδεραστία ή αιμομιξία. Χημικό ευνουχισμό υπέστη και ο Άλαν Τούρινγκ όταν είχε καταδικαστεί για ομοφυλοφιλία το 1952. 60 χρόνια αργότερα, του δόθηκε χτες μεταθανάτια βασιλική χάρη. (Δηλαδή; Τον απήλλαξαν από την κατηγορία ή ζήτησαν συγγνώμη από το πνεύμα του;)

http://en.wikipedia.org/wiki/Alan_Turing
http://el.wikipedia.org/wiki/Άλαν_Τούρινγκ
http://en.wikipedia.org/wiki/Chemical_castration
http://www.bbc.co.uk/news/technology-25495315
http://www.skai.gr/news/world/artic...n-alan-touring-60-hronia-meta-to-thanato-tou/
 

nickel

Administrator
Staff member
telangiectasia = τελαγγειεκτασία (ΟΧΙ τηλαγγειεκτασία ή τηλεαγγειεκτασία)
Πάπυρος:
τελαγγειεκτασία
η, Ν· (ιατρ.) αλλοίωση τών λεπτότατων τελικών διακλαδώσεων τών αιμοφόρων αγγείων, η οποία συνίσταται σε πολλαπλασιασμό, σε ανωμαλία τής λεπτής υφής και σε διαστολή τους. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. telangiectasia (< τέλος + αγγείο + έκταση)].
OED:
mod.L., f. Gr. τέλος end + ἀγγεῖον vessel + ἔκτασις extension, dilatation.

(Να μη μας ενδιαφέρει μόνο η ορθοπεδική / ορθοπαιδική...)
 
Top