metafrasi banner

figurehead = ακρόπρωρο, κν. φιγούρα ακρόπρωρου, γοργόνα | διακοσμητικό πρόσωπο, κατ' όνομα αρχηγός | πρόσωπο-σύμβολο | ηγετική φυσιογνωμία

nickel

Administrator
Staff member
Δεν έχει καταγραφεί ακόμα στα λεξικά, σε κανένα απ' όσα έψαξα. Είναι μια νέα σημασία που πρέπει να προέκυψε από μπέρδεμα με την παραδοσιακή.

Στο ODE:
figurehead
Pronunciation: /ˈfɪgəhɛd/
noun
1a carving, typically a bust or a full-length figure, set at the prow of an old-fashioned sailing ship.
2a nominal leader or head without real power.


New sense:
3. a leading figure

Ελληνικά:
1 ακρόπρωρο, κν. φιγούρα ακρόπρωρου, γοργόνα [Βικιπαίδεια]
2. διακοσμητικό πρόσωπο, κατ' όνομα αρχηγός
Και τώρα:
3 ηγετική φυσιογνωμία.

Δεν είμαι ο πρώτος που το καταγράφει· το αναφέρει και κάποιος χρήστης του Wordreference:
In contemporary BrE, 'figurehead' is often a positive term: about half the time it means "leading figure, important leader", and is used of active leaders. This is a very strange reversal, and very recent, but be aware that it's context-sensitive if you're writing for a BrE audience.
http://forum.wordreference.com/showthread.php?t=1696052

Υπερβολή αυτό το «half the time», αλλά υποψιάζομαι ότι «ήρθε για να μείνει». Παραδείγματα από το διαδίκτυο:
Ed Pilkington talks to the figurehead of America's anti-abortion movement (The Guardian)
With thousands of demonstrators calling for President Hosni Mubarak to stand down, Mr ElBaradei has emerged as a leading figurehead of the opposition. (BBC)
Sheffield honours cancer fighting figurehead
Cleopatra was important to Egypt because she was the queen, the supreme ruler. She was the leading figurehead of the country both politically and religiously.
 

nickel

Administrator
Staff member
Ναι, αλλά όχι τόσο. Σε άλλο σκαλάκι το καθένα. :)
 

SBE

¥
H νέα σημασία που αναφέρεις είναι η μοναδική που ξέρω εκτός από την κυριολεκτική, οπότε αν είναι πρόσφατη αλλαγή σημασίας είναι πρόσφατη της τελευταίας εικοσαετίας τουλάχιστον. Μάλιστα τη λέξη τη χρησιμοποιώ κάμποσο γιατί είναι στάνταρ μπλα μπλα σε business studies.
 

nickel

Administrator
Staff member
Είναι δύσκολο να ξέρεις πότε ξεκίνησε το λάθος, αλλά με κανέναν τρόπο δεν έχει εκτοπίσει την κύρια και παραδοσιακή σημασία. Το ότι είναι πολύ πρόσφατη και δεν έχει υπερισχύσει της γνωστής σημασίας φαίνεται και από το ότι δεν έχει περάσει σε κανένα από τα λεξικά που κοίταξα, τα οποία εμπιστεύομαι αρκετά επειδή χρησιμοποιούν πλούσια και ενημερωμένα σώματα κειμένων. Εκτός αν όλοι οι λεξικογράφοι έχουν υπόψη τους τη μετατόπιση, αλλά τη θεωρούν λάθος και την κρατούν απέξω.
 

Zazula

Administrator
Staff member
Ελληνικά:
1 ακρόπρωρο, κν. φιγούρα ακρόπρωρου, γοργόνα [Βικιπαίδεια]
Πάντως εγώ το ακροστόλιο το γνωρίζω για ακριβές συνώνυμο του όρου (άλλωστε αποτελεί λόγιο σχηματισμό για να περιγράψει αυτήν ακριβώς την έννοια, δεδομένου ότι ο όρος ακρόπρωρο μπορεί να σημαίνει και απλώς "το άκρο της πλώρης" σε πλοία χωρίς φιγούρα ή να είναι το υπερώνυμο σε πλοία με φιγούρα). Άλλος λόγιος όρος είναι το ξόανο. Περισσότερα: http://www.phorum.gr/viewtopic.php?f=72&t=85095&start=150#p1656106
 
Στα παραδείγματα του Νίκελ στο αρχικό ποστ, τα δύο από τα τρία έχουν "leading figurehead" που είναι ελαφρώς πλεοναστικό, δεν είναι; Ακόμα υπό διαμόρφωση η νέα σημασία, αλλά όντως ήρθε για να μείνει.
 

nickel

Administrator
Staff member
...τα δύο από τα τρία έχουν "leading figurehead" που είναι ελαφρώς πλεοναστικό, δεν είναι;
Υπέθεσα ότι είναι προϊόν της μεταβατικής διαδικασίας, γι' αυτό έβαλα και δύο.


@Ζαζ, τι έχω για το ακροστόλιο:

ακροστόλιο το (Α ἀκροστόλιον)· συμβολική διακόσμηση μορφής ασπίδας ή περικεφαλαίας που υπήρχε στην πλώρη αρχαίων ελληνικών ή ρωμαϊκών πλοίων. Τοποθετούνταν εκεί με σκοπό να εξευμενιστούν οι θεοί τής θάλασσας ή να απομακρυνθούν τα κακά. Ήταν ο πρόδρομος τού διακοσμημένου ακρόπρωρου*.
(ΠαπΛεξ)

Το σύνολο των στολισμάτων της πλώρης ενός πλοίου ονομάζεται επίσημα "ακροστόλιον". (Βικιπαίδεια, στο ακρόπρωρο)

ακρόπρωρο [akróproro] (& ακρόπλωρο) το, shipb, naut (1) figurehead, i.e. carved decorative image of person or animal, on the prow of the vessel as its emblem (syn φιγούρα της πλώρης, ακροφιγούρα, ακροφίγουρο, ακροστόλι) επιβλητική παρουσία της ξυλογλυπτικής τα μεγάλα σκαλιστά ακρόπρωρα που στόλιζαν την πλώρη των ξύλινων ιστιοφόρων (KMakris) | μια ζωντανή και ωραία προτομή της, ~ της φρεγάτας “Aμαλία” (Papantoniou) | ένα ~, γοργόνα πελώρια (Venezis) | το ~ της γαλέρας “Iουδήθ” του Mάρκου Σιγούρου με το ξίφος του, που επολέμησε στη ναυμαχία της Nαυπάκτου (Floros) | poem κι ο αλαφοφάνταχτος στο ακρόπλωρο καβάλα ξεφωνίζει (Kazantz Od 5.89). [fr K ἀκρόπρωρον 'end of a ship's prow, head of a ship'] (Γεωργακάς)

ακροστόλι [akrοstóli] το, (L)(1) naut figurehead (syn in ακρόπρωρο) (2) archit ornament on a corner of a building [fr L ακροστόλιον, cpd of άκρον & στολή]
(Γεωργακάς)


Και να ομολογήσω ότι το ακρόπρωρο το ήξερα, το ακροστόλιο το πρόσεξα πρώτη φορά χτες, στη Βικιπαίδεια.
 

Zazula

Administrator
Staff member
Μα κι εγώ για το ακροστόλιο έγραψα επειδή διαφωνώ με το τι γράφει σχετικά η Βικιπαίδεια.
 

drsiebenmal

HandyMod
Staff member
Σε αγγλογερμανικό λεξικό βρίσκω ως συνώνυμο του figurehead το poster child (που με ενδιαφέρει αυτή τη στιγμή). Εγώ θα έλεγα ότι poster child = τυπικό παράδειγμα, αλλά μήπως κάνω λάθος;
 

nickel

Administrator
Staff member
Θα πρότεινα να διαλέξεις από τις αποδόσεις για το epitome εδώ.

τυπικό ή ιδεώδες πρότυπο, τυπικό ή τέλειο παράδειγμα, προσωποποίηση, ενσάρκωση (ιδιοτήτων κ.λπ.)
υπόδειγμα, πρότυπο, το άλφα και το ωμέγα, απτό παράδειγμα
 
Top