burden of proof / weight of evidence

Απ' ό,τι γνωρίζω, το burden of proof είναι νομικός όρος που σημαίνει ότι ο κατηγορών έχει την ευθύνη να αποδείξει ότι αληθεύουν οι κατηγορίες του (δεν ξέρω αν η μετάφραση «βάρος της απόδειξης» υπάρχει στην ελληνική νομική ορολογία, ας μας πει κάποιος). Το weight of evidence, από την άλλη πλευρά, είναι κάτι τελείως διαφορετικό: όπως λέει και η wikipedia,
Weight of evidence is a measure of evidence on one side of an issue as compared with the evidence on the other side of the issue, or to measure the evidence on multiple issues
Υποθέτω ότι μια πιθανή απόδοση είναι «στάθμιση στοιχείων/πειστηρίων/δεδομένων», αλλά όταν ψάχνω να βρω αν υπάρχει κάτι καθιερωμένο βλέπω ότι πολλοί παρασύρονται από το burden of proof και το μεταφράζουν και αυτό «βάρος της απόδειξης» (ακόμα και σε επίσημα έγγραφα της ΕΕ). Ξέρει κανείς πώς μεταφράζονται σωστά αυτά τα δύο;
 
Το βάρος της απόδειξης είναι καθιερωμένο - και συντάσσεται με το φέρω :). Για το άλλο δεν μου έρχεται κάτι καθιερωμένο. Εκ πρώτης όψεως θα είχα την τάση να πω εκτίμηση ή στάθμιση των αποδεικτικών στοιχείων αν αναφερόμαστε στην ενέργεια, ειδάλλως βαρύτητα ή επάρκεια των αποδεικτικών στοιχείων. Θα χρειαζόταν όμως η βοήθεια των συμφραζομένων, ώστε να ξέρουμε για τι ακριβώς μιλάμε. Ας περιμένουμε κι άλλους.
 
Ωραίο το «βαρύτητα αποδεικτικών στοιχείων»!
Όσο για συμφραζόμενα, στα Αγγλικά η φράση μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε πολύ χαλαρά, με την έννοια «Τα περισσότερα στοιχεία δείχνουν...», είτε αυστηρά ως αποδεικτική προσέγγιση σε διάφορους τομείς (δες τον κατάλογο στη βίκη): http://en.wikipedia.org/wiki/Weight_of_evidence
 

Earion

Moderator
Staff member
Ο πρώτος όρος είναι σαφώς το βάρος της απόδειξης. Για κάθε ισχυρισμό το βάρος της απόδειξης το φέρει αυτός που τον προβάλλει. Ο δεύτερος μου θυμίζει την αρχή της εκτίμησης των αποδείξεων, που οφείλει κατά τη φιλοσοφία του δικαίου μας να είναι απολύτως ελεύθερη.
 

nickel

Administrator
Staff member
Καλημέρα.

Να μερικά ωραία παραδείγματα από το BBC:
Det Ch Insp Adam Lowe, said: "Jaji posed a great danger to young girls and, despite the great weight of evidence against him, refused to accept his guilt and forced the victim to give evidence in court."
The British Transplantation Society says an accumulating weight of evidence suggests the organs of thousands of executed prisoners in China are being removed for transplants without consent.
On one side there was Neon's entire medical team, and the weight of evidence from peer-reviewed cancer studies who agree that he urgently needs radiotherapy; on the other was his mother who failed to produce any evidence at all of alternative treatment.
They used a weight-of-evidence approach to rank the quality and relevance of the papers - and gave them a strength rating of high, medium or low.

Περισσότερα: https://www.google.com/search?q="weight+of+evidence"+site:bbc.co.uk
 
Μελάνη, όσα κείμενα της ΕΕ βρήκα χρησιμοποιούν το «βάρος της απόδειξης». Πάντως ο όρος που ψάχνω δεν είναι καθαρά νομικός, μπορεί να χρησιμοποιηθεί παντού (όπως φαίνεται κι από τα παραδείγματα του Νίκελ).
 

nickel

Administrator
Staff member
Μεγάλο μέρος / Το μεγαλύτερο μέρος / Ο όγκος των αποδεικτικών στοιχείων
Προς τα εκεί πρέπει να πάνε οι αποδόσεις (για το weight of evidence). Το βάρος της απόδειξης / των αποδείξεων πρέπει να αποφεύγεται επειδή έχουμε τον άλλο αγγλισμό (burden of proof, που θα έπρεπε να είναι «η ευθύνη της απόδειξης»).


Προσθήκη: Δεν διαφωνώ με τη βαρύτητα των αποδεικτικών στοιχείων. Απλώς προσέθεσα αποδόσεις για κάποιες καθημερινές χρήσεις.
 

Palavra

Mod Almighty
Staff member
Δεν κατάλαβα για τι συγκείμενο το χρειάζεσαι, dharvatis, αλλά να καταθέσω κι εγώ την άποψή μου, η οποία συνίσταται στο να συμφωνήσω αναφανδόν με το Θέμη :). Πρώτα, ορισμοί αγγλιστί:

Weight of evidence refers to the measure of credible proof on one side of a dispute as compared with the credible proof on the other. It is the probative evidence considered by a judge or jury during a trial. The weight of evidence is based on the believability or persuasiveness of evidence. Particular evidence has different weight in inducing belief with respect to the facts and circumstances to be proved. Evidence that is indefinite, vague, or improbable will be given less weight than evidence that is direct and not refuted.​

http://definitions.uslegal.com/w/weight-of-evidence/

The degree to which evidence convinces triers of fact to either accept or reject a factual assertion. Sometimes, the phrase refers to the strength of a single piece of evidence. At other times, the phrase refers to the whole set of evidence presented on an issue, such that the overall weight of the evidence can be said to favor one side or the other.​
http://www.law.cornell.edu/wex/weight_of_the_evidence

Ο όρος λοιπόν αφορά την βαρύτητα που έχουν τα αποδεικτικά μέσα, η οποία συνδέεται με την αρχή της εκτίμησης των αποδείξεων, την οποία αναφέρει ο Εάριον (άρθρο 340 ΚΠολΔ). Σε νομικό κείμενο, δεν θα χρησιμοποιούσα την πρόταση του Νικ-Ελ, γιατί ο όρος δεν αφορά τον όγκο των αποδεικτικών στοιχείων αλλά το πόσο σημαντικά είναι αυτά για να υποστηριχθεί η μία ή η άλλη πλευρά. Σε γενικό συγκείμενο, δεν ξέρω - στο πρώτο παράδειγμα ("Jaji posed a great danger to young girls and, despite the great weight of evidence against him, refused to accept his guilt and forced the victim to give evidence in court."), ας πούμε, η σύναψη χρησιμοποιείται διαφορετικά από το νομικό όρο.


Θα θεωρούσα λάθος τη σύγχυση των δύο όρων, δηλαδή τη μετάφραση του weight of evidence ως «βάρος της απόδειξης». Ο όρος weight of evidence αναφέρεται στο πόσο σημαντικό είναι ένα αποδεικτικό στοιχείο, ενώ ο όρος burden of proof αναφέρεται στο ποιο μέρος μιας διαφοράς, συνήθως δικαστικής, φέρει την ευθύνη να αποδείξει αυτό που ισχυρίζεται.

Για να δώσω ένα παράδειγμα: στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις υποθέσεις δυσφήμισης, το βάρος της απόδειξης το έχει ο εναγόμενος, ο οποίος θεωρείται ουσιαστικά ένοχος μέχρι απόδειξης του εναντίου. Αν ένας ηθοποιός καταθέσει αγωγή ενός περιοδικού με έδρα στο Ηνωμένο Βασίλειο με τον ισχυρισμό της δυσφήμισης, το περιοδικό είναι αυτό που υποχρεούται να αποδείξει ότι ο ηθοποιός έχει άδικο.

Στις ΗΠΑ, αντίθετα, παρόλο που και εκεί εφαρμόζεται το κοινοδίκαιο, έχουμε το εξής φαινόμενο: επειδή η ελευθερία του λόγου είναι βασικό συνταγματικό δικαίωμα των πολιτών και έχει μεγάλη σημασία στην αμερικάνικη κουλτούρα, το βάρος της απόδειξης στις υποθέσεις δυσφήμισης το έχει ο ενάγων, ο οποίος πρέπει να αποδείξει πως ο εναγόμενος ενήργησε με σκοπό να τον βλάψει. Στο παράδειγμα του περιοδικού, ο ενάγων ηθοποιός θεωρείται ότι έχει άδικο μέχρι να καταφέρει να αποδείξει το αντίθετο - μάλιστα, αν αυτό που έγραψε το περιοδικό είναι αλήθεια, ο ενάγων ηθοποιός πρέπει να αποδείξει βλάβη που οφείλεται σε δόλο, γιατί -σύμφωνα με την έρευνά μου- η δήλωση αληθούς γεγονότος δεν τιμωρείται συνήθως από τα δικαστήρια.

Και στις δύο περιπτώσεις ωστόσο, η βαρύτητα των αποδεικτικών στοιχείων (weight of evidence) αναφέρεται στο πόσο σημαντικά είναι τα στοιχεία που υποβάλλονται: η μαρτυρία ενός προσώπου που καταθέτει βάσει γενικών αντιλήψεων δεν έχει την ίδια βαρύτητα με αυτήν ενός προσώπου που ήταν αυτόπτης μάρτυρας σε κάποιο περιστατικό, ή που είναι εμπειρογνώμων.


(Το μεταφραστικό έκτυπο υποθέτω ότι το υιοθετήσαμε από το γαλλικό όρο, που είναι αντίστοιχος: Charge de la preuve).
 
Ίσως αποδεικτική αξία ή αποδεικτική δύναμη για το weight of evidence (η τελευταία ορίζεται από το Νομικό Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό, εκδ. Σάκκουλα, ως «η ικανότητα του αποδεικτικού μέσου να στηρίξει τη γνώση του δικαστή ως προς την αλήθεια ή αναλήθεια του κρίσιμου πραγματικού γεγονότος». Το Λεξικό Νομικών Όρων, εκδ. Σταφυλίδη, δίνει «βάρος απόδειξης» (όπως και ο Χιωτάκης) και εξηγεί πως πρόκειται για την «υπεροχή των αποδείξεων της μιας πλευράς της δίκης σε σχέση με εκείνες της άλλης». Στο Black's που έριξα μια ματιά σε συναφή λήμματα μπερδεύτηκα περισσότερο, πάντως ο ορισμός του weight of evidence είναι ο εξής: «The balance of preponderance of evidence; the inclination of the greater amount of credible evidence, offered in a trial, to support one side of the issue rather than the other». Μπορώ να επανέλθω αργότερα αν χρειαστούν επεξηγήσεις, γιατί τώρα βιάζομαι.

Edit: εντωμεταξύ έγραψε και η Palavra, οπότε ελπίζω να διευκρινίστηκαν τα ζητήματα.
 

Palavra

Mod Almighty
Staff member
Σκέφτηκα κι εγώ στην αρχή το αποδεικτική δύναμη (που από ό,τι κατάφερα να συμπεράνω είναι συνώνυμος όρος του αποδεικτική αξία), ωστόσο μετά διάβασα αυτό εδώ, καθώς και και κάποια άρθρα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως το 432*, και κατέληξα στο ότι ο όρος αποδεικτική δύναμη αναφέρεται στο αν ένα στοιχείο μπορεί να γίνει έγκυρα αποδεκτό από το δικαστήριο και να ληφθεί υπ' όψιν, αν πληροί δηλαδή τις προϋποθέσεις ώστε το δικαστήριο να μπορεί να το συνυπολογίσει για να εκδώσει την απόφασή του (π.χ. να φέρει έγκυρη υπογραφή αν πρόκειται περί ιδιωτικού εγγράφου).

_____
*Τα έγγραφα έχουν αποδεικτική δύναμη όταν έχουν συνταχθεί σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, έχουν τα στοιχεία τα απαραίτητα για το κύρος τους, δεν είναι τεμαχισμένα, τρυπημένα ή διαγραμμένα, δεν έχουν ξυσίματα ή εξαλείψεις ή δεν είναι με άλλον τρόπο αλλαγμένα σε ουσιώδη μέρη τους, και μπορούν να διαβαστούν.
 
Το δικό μου κείμενο μιλά για προσεγγίσεις weight-of-evidence μέσω των οποίων αποφασίζεται π.χ. αν μια ορισμένη χημική ουσία πρέπει να θεωρηθεί τοξική ή όχι: αντί να γίνουν νέα πειράματα ώστε να αποδειχθεί αυτό με βεβαιότητα, εξετάζονται τα υπάρχοντα στοιχεία και αποφασίζεται εάν είναι αρκετά ισχυρά ώστε να ληφθεί απόφαση με βάση αυτά. Θα ήθελα να χρησιμοποιήσω το «βαρύτητα (ή ισχύς;) αποδεικτικών στοιχείων», εκτός αν βρούμε κάτι καλύτερο ή πιο καθιερωμένο.
Στην καθομιλουμένη όμως, νομίζω ότι μπορεί να αποδοθεί «το μεγαλύτερο μέρος/όγκος των αποδεικτικών στοιχείων», όπως προτείνει ο Νίκελ.
 

Palavra

Mod Almighty
Staff member
Έχω μια μικρή ένσταση ως προς την απόδοση του Νίκελ: σε νομικά κείμενα, δεν παίζει ρόλο το πόσα είναι τα αποδεικτικά στοιχεία, αλλά πόσο καλή είναι η ποιότητά τους. Μπορεί, π.χ., 1 δακτυλικό αποτύπωμα που αποδεικνύει πως ο κατηγορούμενος ως κλέφτης ήταν κάπου να έχει πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα από 10 μαρτυρίες ανθρώπων που λένε πως ο κλέφτης ήταν μαζί τους και έπαιζαν μπιλιάρδο.

Αν ο όρος χρησιμοποιείται με αντίστοιχο τρόπο στο κείμενό σου, τότε νομίζω ότι μια απόδοση που δίνει βάση στον αριθμό και όχι στην ποιότητα των στοιχείων δεν κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση.

Ίσως θα σου έκανε και η λέξη στάθμιση: ...εξετάζονται τα υπάρχοντα στοιχεία και σταθμίζεται η σημασία τους ώστε...
 

Earion

Moderator
Staff member
Καταλαβαίνω ότι δεν χρειάζεσαι τον αυστηρά νομικό όρο, το κείμενό σου μιλά μάλλον μεταφορικά. Εννοεί κατά πόσον τα αποδεικτικά στοιχεία* είναι τόσο ισχυρά που να μπορούν να σταθούν (και να μην καταπέσουν) ενώπιον δικαστηρίου. Στην περίπτωση αυτή το «βαρύτητα (όχι ισχύς) αποδεικτικών στοιχείων» σου κάνει.


*Κακώς έγραψα πιο πάνω «οι αποδείξεις» στον πληθυντικό, τη στιγμή που εννοούσα τα αποδεικτικά στοιχεία. Υπάρχει κίνδυνος παρερμηνείας.
 
Το δικό μου κείμενο μιλά για προσεγγίσεις weight-of-evidence μέσω των οποίων αποφασίζεται π.χ. αν μια ορισμένη χημική ουσία πρέπει να θεωρηθεί τοξική ή όχι: αντί να γίνουν νέα πειράματα ώστε να αποδειχθεί αυτό με βεβαιότητα, εξετάζονται τα υπάρχοντα στοιχεία και αποφασίζεται εάν είναι αρκετά ισχυρά ώστε να ληφθεί απόφαση με βάση αυτά. Θα ήθελα να χρησιμοποιήσω το «βαρύτητα (ή ισχύς; ) αποδεικτικών στοιχείων», εκτός αν βρούμε κάτι καλύτερο ή πιο καθιερωμένο.
Στην καθομιλουμένη όμως, νομίζω ότι μπορεί να αποδοθεί «το μεγαλύτερο μέρος/όγκος των αποδεικτικών στοιχείων», όπως προτείνει ο Νίκελ.

Νομίζω για τη δική σου χρήση είναι εντάξει και η βαρύτητα και η ισχύς/δύναμη.

Καθαρά για το νομικό σκέλος:

Ολόκληρος ο ορισμός για την αποδεικτική δύναμη από το λεξικό του Σάκκουλα είναι ο εξής:
«Η ικανότητα του αποδεικτικού μέσου να στηρίξει τη γνώση του δικαστή ως προς την αλήθεια ή αναλήθεια του κρίσιμου πραγματικού γεγονότος. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο νόμος δεσμεύει το δικαστή να δεχθεί ότι το αποδεικτικό μέσο έχει την ικανότητα αυτή, όπως λ.χ. η δικαστική ομολογία, τα δημόσια έγγραφα και ο επακτός όρκος. Βασικά όμως ο δικαστής εκτιμάει ελεύθερα την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, λ.χ. την αξιοπιστία μαρτύρων.»

Από την άλλη, στο λήμμα «Απόδειξη (ποινδ.)», η «ισχύς της αποδείξεως» ορίζεται ως «ο βαθμός του κύρους των αποδεικτικών λόγων [δηλ. των επιχειρημάτων «από τα οποία συμπεραίνεται η αλήθεια ή η πιθανότητα της θέσεως»] και της σχέσεώς τους με το συμπέρασμα, εκ των οποίων εξαρτάται η βεβαιότητα ή η πιθανότητα της αποδείξεως».

Έτσι, ενώ η αποδεικτική δύναμη στο λεξικό φαίνεται να είναι αυτό που λέει παραπάνω η palavra (αν μπορεί ή δεν μπορεί να γίνει παραδεκτό ένα στοιχείο), η ισχύς της αποδείξεως (που εμένα μου φαίνεται απλώς συνώνυμο, αλλά νομικός δεν είμαι) φαίνεται να αφορά τον «βαθμό του κύρους» δηλ. είναι πολύ πιο κοντά στους ορισμούς του weight of evidence.

Ίσως η λύση να βρίσκεται στο ότι δεν πρόκειται για διάκριση του δικού μας δικαίου: σ' αυτό το έγγραφο γίνεται μια καλή διάκριση μεταξύ των δύο όρων στο πλαίσιο του αγγλοσαξονικού δικαίου σε σχέση με το άσυλο.
 

Palavra

Mod Almighty
Staff member
Έτσι, ενώ η αποδεικτική δύναμη στο λεξικό φαίνεται να είναι αυτό που λέει παραπάνω η palavra (αν μπορεί ή δεν μπορεί να γίνει παραδεκτό ένα στοιχείο), η ισχύς της αποδείξεως (που εμένα μου φαίνεται απλώς συνώνυμο, αλλά νομικός δεν είμαι) φαίνεται να αφορά τον «βαθμό του κύρους» δηλ. είναι πολύ πιο κοντά στους ορισμούς του weight of evidence

Σωστό είναι αυτό που λες, νομίζω. Όπου κύρος, ωστόσο, εγώ διαβάζω εγκυρότητα. Η αποδεικτική δύναμη (ή αποδεικτική ισχύς) αφορά το κατά πόσο ένα στοιχείο είναι ισχυρό (= έγκυρο) ώστε να χρησιμοποιηθεί στο δικαστήριο. Δεν είναι κοντά στο weight of evidence, κτγμ. Το εξηγεί ωραία ο Εάριος παραπάνω - και ωχ ωχ, βλέπω τον κύριο με τη βέργα να 'ρχεται :).
 
Κατάλαβα: η «ισχύς» έχει δύο έννοιες, της ορθότητας (όταν το αποδεικτικό στοιχείο ισχύει, αληθεύει) και της πειστικότητας (όταν είναι πειστικό, δυνατό). Υποθέτω ότι σε ένα μη νομικό κείμενο μπορεί να χρησιμοποιηθεί με τη δεύτερη έννοια, άρα στέκει ως απόδοση του weight.
 
Top