κουτοπόνηρος

SBE

¥
κουτοπόνηρος -η -ο [kutopóniros] Ε5 : άνθρωπος κουτός, που, επειδή σκέφτεται με ιδιοτέλεια και πονηριά, πιστεύει ότι είναι πιο έξυπνος από τους άλλους και ικανός να τους ξεγελάσει.

Προσπαθώ να εξηγήσω σε αγγλόφωνους το να νομίζει κανείς ότι μπορεί να ξεγελάσει τους άλλους, αλλά να τον παίρνουν χαμπάρι ή να μην τα καταφέρνει. Και έχω κολλήσει, γιατί δεν μπορώ να βρω τη σωστή λέξη (αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει κουτοπονηριά στους αγγλόφωνους).
Έχω βυθιστεί στα λεξικά ψάχνοντας να βρω διαφορές μεταξύ των 20-30 λέξεων που σημαίνουν πονηρός και έχω πελαγώσει.
Καμιά ιδέα;
Cunning και wily είναι ο πονηρός (ο Wile E Coyote μπορεί να είναι ο ορισμός του κουτοπόνηρου, αλλά δεν με βοηθάει).
 
Πρέπει να είναι μία λέξη; Κάτι σε scheming idiot ή conniving moron νομίζω ότι εξηγεί επαρκώς τον τύπο αυτό. (Στο LSJ βρήκα και stupidly wicked ως απόδοση του μωροπόνηρον, το οποίο φαίνεται πως μαρτυρείται από τον 5ο αιώνα. Παλιό το φαινόμενο…)
 

cougr

¥
Κάτι σε scheming idiot ή conniving moron
Επίσης, cunning fool, sly dimwit κ.ο.κ.

Κι εμένα δεν μου έρχεται κάποια μονολεκτική απόδοση όμως στο κατάλληλο πλαίσιο θα μπορούσε να αποδοθεί και με μια από τις ακόλουθες φράσεις:

- too clever by half
- too cunning by half
- too cute by half
- too smart by half

Αν και δεν τις βλέπω να λημματογραφούνται στα λεξικά με τη σημασία του «κουτοπόνηρου», συχνά χρησιμοποιούνται με ακριβώς αυτή τη σημασία.
 
Last edited:

pontios

Well-known member
Ίσως και κάτι με την αντίστροφη διατύπωση ... bungling/inept schemer, bungling/inept conniver (foolish schemer/conniver. etc.).
Πέρασε από το μυαλο μου και το/τα too clever/too cunning/too cute by half, too clever/cunning for their own good, etc. ... αλλά με πρόλαβε ο cougr (as usual). :-)
 

pontios

Well-known member
Ο κουτοπονηρος είναι κυρίως πονηρός, ετσι δεν είναι,;
cunning fool, sly dimwit, scheming idiot ή conniving moron τονίζουν κυρίως την ανοησία του ατόμου, με την πονηριά του να είναι δευτερεύον;
 

cougr

¥
Quite possibly, pontios, but it could also be analyzed as meaning someone who is primarily dumb or a fool etc. but who also regards himself as being more clever than others and thinking he can outsmart them.

κουτοπόνηρος -η -ο [kutopóniros] Ε5 :άνθρωπος κουτός,* που, επειδή σκέφτεται με ιδιοτέλεια και πονηριά, πιστεύει ότι είναι πιο έξυπνος από τους άλλους και ικανός να τους ξεγελάσει.
[κουτ(ός) -ο- + πονηρ(ός) -ος]


*bold letters mine


Edit: I just realized I could've simply referred to the definition which was previously posted in #1 above.
 
Last edited:

SBE

¥
Πρέπει να είναι μία λέξη; Κάτι σε scheming idiot ή conniving moron νομίζω ότι εξηγεί επαρκώς τον τύπο αυτό. (Στο LSJ βρήκα και stupidly wicked ως απόδοση του μωροπόνηρον, το οποίο φαίνεται πως μαρτυρείται από τον 5ο αιώνα. Παλιό το φαινόμενο…)
Θα προτιμούσα να αποφύγω λέξεις που μπορεί να θεωρηθούν υποτιμητικές.
Στην ελληνική γλώσσα μπορεί να έχουμε κουτοπόνηρους από τον πέμπτο αιώνα, αλλά στην Αγγλία όπως φαινεται όχι.
 

pontios

Well-known member
Quite possibly, pontios, but it could also be analyzed as meaning someone who is primarily dumb or a fool etc. but who also regards himself as being more clever than others and thinking he can outsmart them.

κουτοπόνηρος -η -ο [kutopóniros] Ε5 :άνθρωπος κουτός,* που, επειδή σκέφτεται με ιδιοτέλεια και πονηριά, πιστεύει ότι είναι πιο έξυπνος από τους άλλους και ικανός να τους ξεγελάσει.
[κουτ(ός) -ο- + πονηρ(ός) -ος]


*bold letters mine


Edit: I just realized I could've simply referred to the definition which was previously posted in #1 above.

Understood, if we're using that description (that we're referring to someone who is primarily dumb/a fool), but in English there's a contradiction inherent in calling someone "cunning" if they are fundamentally/primary a fool, wouldn't you say ... as in "cunning fool" (wording it this way)?
 

cougr

¥
Θα προτιμούσα να αποφύγω λέξεις που μπορεί να θεωρηθούν υποτιμητικές

Τότε, μόνο περιφραστικά:
He thinks he's cunning (but he's not/ but you can see right through him) κτλ.
Σκέφτηκα και το "pseudo-cunning" αλλά αν το πεις μάλλον λίγοι θα καταλάβουν τι εννοείς.

but in English there's a contradiction inherent in calling someone "cunning" if they are fundamentally/primary a fool, wouldn't you say ... as in "cunning fool" (wording it this way)?

Admittedly, I probably could've come up with something better, yet although I can understand that some would argue that "cunning fool" is an oxymoron, being cunning doesn't necessarily preclude one from also being a fool. Think of the archetype of the trickster, who is typically depicted as being both cunning and foolish. Wile E. Coyote comes to mind here. (Maybe a few politicians as well).

Also, it is often the case that the term "cunning" is often used to connote and emphasize someone's deceitful and manipulative nature rather than their intelligence or cleverness. Hence expressions such as "cunning but stupid", "foolish yet cunning" "cunning and dumb" etc.
 
Last edited:

pontios

Well-known member
Τότε, μόνο περιφραστικά:
He thinks he's cunning (but he's not/ but you can see right through him) κτλ.
Σκέφτηκα και το "pseudo-cunning" αλλά αν το πεις μάλλον λίγοι θα καταλάβουν τι εννοείς.

Περιφραστικα (how long is a piece of string?).... He's/she's a transparently self-serving fool whose overreaching schemes/ploys, fueled by deficient cunning, inevitably lead to self-sabotage/prove counter productive."(y)(n):unsure::-)
Too cunning by half/for their own good, indeed.
 
Last edited:

daeman

Administrator
Staff member
Θα προτιμούσα να αποφύγω λέξεις που μπορεί να θεωρηθούν υποτιμητικές.

Μα η γλώσσα προέλευσης το έχει αναμφισβήτητα υποτιμητικό, γιατί να μην είναι στη γλώσσα-στόχο; Να εξωραϊστεί;
 
Last edited:

pontios

Well-known member
Cunning και wily είναι ο πονηρός (ο Wile E Coyote μπορεί να είναι ο ορισμός του κουτοπόνηρου, αλλά δεν με βοηθάει).

Καλό Σαββατοκύριακο!

Τωρα που κατασταλαξε, λιγάκι;
Για τον κουτοπόνηρο θα έλεγα ... sly but overreaching fool, conniving but overreaching fool (perhaps even cunning but overreaching fool?).
(Maybe even, it just came to me ... overreachingly conniving fool, overreachingly sly fool, overreachingly cunning fool)?

Για τον Wile E Coyote ... sly/conniving but overreaching idiot. :-)

overreach
verb
(also overreach yourself)
to fail by trying to achieve, spend, or do more than you can manage:
The housing meltdown hurt high-risk borrowers who overreached.
In the flush of success, he overreached.
Don't go too far and overreach yourself.
Companies that overreach themselves soon find themselves in debt.
 
Last edited:

nickel

Administrator
Staff member
I came upon these combinations:

incompetent manipulator
unskilled puppeteer
inadequate manipulator
inapt strategist
unskilled manipulator
bungling controller
clueless manipulator
clumsy controller
clumsy mastermind
inadept controller
inadequate puppeteer
incompetent puppet master
ineffective mastermind
ineffective schemer
inefficient puppet master
inefficient strategist
inept puppeteer
inept schemer

Someone was trying too hard...

Ή το αντίστροφο:
a devious bungler

Μου αρέσει και το too clever by half (επειδή το σκέφτηκα κι εγώ :-) ), αλλά και το too clever for his own good, αν και δεν έχουν κακόβουλη διάσταση.

Είναι όμως κάτι σαν το φιλότιμο. Φυσικά και υπάρχει αντίστοιχο, αλλά δεν είναι υποχρεωτικό να είναι μία λέξη. Και το φιλότιμο και ο κουτοπόνηρος είναι δύο λέξεις σε μία.
 

cougr

¥
overreach
verb
Given you brought it up, we may as well mention that "overreach" can also mean to cheat or to get the better of someone by cunning, deceit, trickery etc. It's probably a good candidate for the "μη σταματάτε στην πρώτη σημασία τους" thread.
 

pontios

Well-known member
Yes, of course, cougr. It goes without saying.
You inept competent schemer, you (see post #4, not)! ;-).
 

SBE

¥
Μα η γλώσσα προέλευσης το έχει αναμφισβήτητα υποτιμητικό, γιατί να μην είναι στη γλώσσα-στόχο; Να εξωραϊστεί;
Γιατί θέλω να το χρησιμοποιήσω λίγο πιο επίσημα.
 
Top