επίορκοι αστυνομικοί

Palavra

Mod Almighty
Staff member
Νομίζω ωστόσο ότι πρέπει να κάνουμε διάκριση ανάμεσα σε καθημερινή και μη χρήση. Επίσης, ο επίορκος οτιδήποτε στην Ελλάδα, σημαίνει ότι α) υποχρεούται να παίρνει όρκο βάσει επαγγέλματος, β) τα παίρνει (δηλαδή, με οποιονδήποτε τρόπο καταπατά τον κώδικα δεοντολογίας του επαγγέλματός του για να επωφεληθεί υλικά ο ίδιος ή άτομα του στενού του περιβάλλοντος). Προσωπικά, διαβάζοντας στην εφημερίδα επίορκοι αστυνομικοί διαβάζω μπάτσοι που πουλάνε προστασία/ναρκωτικά/εκδουλεύσεις.

Σε αυτό το συγκείμενο, νομίζω ότι μας καλύπτει το corrupt, νομίζω μάλιστα ότι θα λέγαμε corrupt cop.

Αν τώρα το συγκείμενό μας είναι π.χ. δικαστικό έγγραφο, θα χρησιμοποιήσουμε κάτι πιο επίσημο (εξάλλου το corrupt έχει μια υποκειμενική έννοια, και τέτοιου είδους χαρακτηρισμοί δεν χρησιμοποιούνται σε αποστειρωμένο συγκείμενο) και θα πούμε, π.χ. police officers in breach of duty - γιατί έχω την αίσθηση ότι το επίορκος δεν του λέει τίποτα του Αγγλοσάξωνα νομικού. Αν κανείς δεν ξέρει, δηλαδή, μπορεί να ερμηνεύει την παραβίαση του όρκου ως κάτι που αφορά, π.χ., τη δεοντολογία του επαγγέλματος, και όχι ως κάτι τόσο σοβαρό που να επισύρει ποινικές κυρώσεις.
 

nickel

Administrator
Staff member
Το ζήτημα της απόδοσης των «επίορκων δημόσιων υπαλλήλων» πιάνει ο Τάκης Θεοδωρόπουλος στην Καθημερινή (σε σχέση και με τον ψεύδορκο):
http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_1_11/04/2013_493103

Παρέμπ, η εφημερίδα στην αγγλική της έκδοση χρησιμοποιεί το oath-breaking:
http://www.google.com/search?q=oath-breaking+site:ekathimerini.com
 

cougr

¥
Προσθέτω προς σκέψη και τα ακόλουθα:

malfeasant - one guilty of malfeasance

malfeasance
the performance by a public official of an act that is legally unjustified, harmful, or contrary to law; wrongdoing (used especially of an act in violation of a public trust). (Dictionary.com)

malfeasance of office
......The issue of malfeasance of office is the misconduct by a public official, dereliction of duty and failing to uphold their oath of office......(Edward Snook Malfeasance of Office A Recipe for Tyranny)
 

pontios

Well-known member
Υπάρχει και το (ίσως πιο χαλαρό, λιγότερο τυπικό; ) errant .. as in errant official, errant police officers.


er·rant
[er-uhnt] Show IPA
adjective
1. deviating from the regular or proper course; erring; straying.
2. erring or straying from the right course or accepted standards


Μπορεί να ταιριάζει και το derelict (as in derelict officials - but I think police officers are more likely to be guilty of "dereliction of their duties", or of being derelict, rather than be referred to as derelict police officers?);

der·e·lic·tion (dr-lkshn)
n.
1. Willful neglect, as of duty or principle.
 

pontios

Well-known member
Correction - I probably should have written "or to be deemed derelict" (where I've written "or of being derelict") ... please excuse my errant English.
(It could have been deemed a gross dereliction of duty, on my part- so, I had to point it out). :rolleyes:
 

cougr

¥
It sounds perfectly ok to me pontios, or if you wanted to be pedantic about it, then- "...of being derelict to their duty".
 

pontios

Well-known member
It sounds perfectly ok to me pontios, or if you wanted to be pedantic about it, then- "...of being derelict to their duty".

Thanks for your support, cougr. :)
(or , " of being derelict in their duty", I suppose, now that you've mentioned it - and my sentiments exactly, re: " the helpful moderators"; we need to acknowledge their behind the scenes efforts, from time to time).
 
Top