Ομοιογενή και ομογενή μείγματα

skol

Member
Τα σχολικά βιβλία και τα λεξικά (ΛΚΝ, ΛΝΕΓ) έχουν μόνο το ομογενές μείγμα, όμως στο γκουγκλ τα αποτελέσματα είναι μοιρασμένα, για την ακρίβεια το ομοιογενές φαίνεται να έχει ένα ελαφρύ προβάδισμα. Τα περισσότερα βέβαια ομοιογενή μείγματα έχουν να κάνουν με μαγειρική/ζαχαροπλαστική. Βλέπω όμως εδώ και κάποιον που έχει φτάσει να θεωρεί το ομογενές λάθος (και που επιπλέον δεν φαίνεται να είναι μάγειρας!). Με αφορμή αυτό γενικεύω λίγο το ερώτημα: υπάρχει όντως σε χρήση όρος "ομοιογενής" στις φυσικές επιστήμες με σημασία διαφορετική από αυτήν του ομογενή;
 

Alexandra

Super Moderator
Staff member
Καταρχάς αυτό που μου κάνει εντύπωση στο λινκ της Βικιπαίδειας είναι ότι ισχυρίζεται ότι η ξένη λέξη "homogenous" πρέπει να μεταφράζεται "ομοιογενής" και είναι λανθασμένο το "ομογενής". Πού το στηρίζει αυτό; Σύμφωνα με τα λεξικά, το αντίθετο μπορεί να συμβαίνει, δηλαδή "το ομοιογενές μείγμα" είναι λάθος, ενώ το "ομογενές μείγμα" σωστό.

Το λεξικό Τριανταφυλλίδη λέει:
ομογενής -ής -ές [omojenís] Ε10 : 1. που ανήκει στο ίδιο γένος με κπ. άλλο. ANT αλλογενής. || (ως ουσ.) ο ομογενής, χαρακτηρισμός για κάθε άτομο ελληνικής καταγωγής που ζει μόνιμα στο εξωτερικό: Tο νοσοκομείο χτίστηκε με δωρεά ενός πλούσιου ομογενή. Οι ομογενείς των HΠA / του Kαναδά / της Aυστραλίας, η ομογένεια. 2. που έχει τις ίδιες ιδιότητες με κτ. άλλο: (φυσ.) Ομογενή ηλεκτρικά / μαγνητικά πεδία. (χημ.) Ομογενείς (χημικές) ενώσεις / αντιδράσεις. Ομογενές μείγμα, που έχει την ίδια σύσταση σε όλα του τα σημεία. (μαθημ.) Ομογενείς εξισώσεις.

Αντίθετα, το ίδιο λεξικό δεν περιλαμβάνει καν τα μείγματα στις σημασίες της λέξης "ομοιογενής".
ομοιογενής -ής -ές [omiojenís] Ε10 : ANT ετερογενής, ανομοιογενής. 1. που ανήκει στο ίδιο γένος ή είδος με άλλον, που έχει την ίδια προέλευση, ίδιους σκοπούς, τάσεις κτλ.: Ομοιογενή φαινόμενα. H κυβέρνηση αποτελείται από ομοιογενή στοιχεία. 2. που αποτελείται από όμοια στοιχεία: Ομοιογενής πληθυσμός.

Βέβαια, εγώ λόγω σπουδών Χημείας λέω μόνο ομογενές μείγμα, ομογενοποίηση και λοιπά, αλλά ας μιλήσουν και άλλοι των φυσικών επιστημών.
 

daeman

Moderator
Staff member
Ο παραδοσιακός όρος στη χημεία είναι «ομογενής/-ές» και αυτός χρησιμοποιείται ως επί το πλείστον σε έγκυρες έντυπες και ψηφιακές πηγές σχετικές με το αντικείμενο.

Το «ομοιο-γενής/-ές» ως χημική ορολογία στη θέση του κλασικού «ομο-» υποψιάζομαι ότι είναι καινούργιο φρούτο, πιθανόν μεταφραστικό, που μάλλον επηρεάστηκε από τη μερική συνωνυμία των δύο λέξεων (την ομοιομορφία) στο γενικό λεξιλόγιο.

Για να μην αρχίσω να παραθέτω τα πάμπολλα γκουγκλοευρήματα και πηγές που επιβεβαιώνουν την καθιερωμένη χρήση του «ομογενής/-ές», αντιγράφω από τον Πάπυρο που τα έχει συγκεντρωμένα:

ομογενής

-ές (ΑΜ ὁμογενής, -ές)
1. αυτός που προέρχεται από το ίδιο γένος, την ίδια φυλή ή την ίδια οικογένεια, αυτός που έχει κοινή καταγωγή με άλλον, ομοεθνής
2. αυτός που έχει τα ίδια γενικά χαρακτηριστικά με άλλον
νεοελλ.
1. ομοιογενής, ομοιόμορφος
2. (το αρσ. και το θηλ. ως ουσ), ο, η ομογενής
Έλληνας εγκατεστημένος στο εξωτερικό
3. φυσ.-χημ. (για χημικά στοιχεία ή ενώσεις) αυτός που σε όλα του τα σημεία έχει τις ίδιες φυσικές και χημικές ιδιότητες
4. φυσ. (για μαγνητικό ή ηλεκτρικό πεδίο) αυτός τού οποίου η ένταση έχει παντού την ίδια τιμή
5. φρ. «ομογενής αντίδραση»
χημ. αντίδραση που πραγματοποιείται σε μία μόνη φάση, αέρια, υγρά ή στερεά, σε αντιδιαστολή με την ετερογενή, η οποία συντελείται σε περισσότερες από μια φάσεις

αρχ.
1. (ως επίθ. και ως ουσ.) ο εξ αίματος συγγενής
2. αυτός που ανήκει στο ίδιο είδος
3. το αρσ. ως ουσ. ὁ ὁμογενής
φιλικό πρόσωπο
4. φρ. «ὁμογενῆ μιάσματα» — φόνος μέσα σε μια οικογένεια (Ευρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο)-* + -γενής (< γένος), πρβλ. μονο-γενής, πολυ-γενής].


ομοιογενής

-ές (Α ὁμοιογενής, -ές)
αυτός που ανήκει στο ίδιο γένος ή είδος
νεοελλ.
1. αυτός που έχει ίδια προέλευση ή ίδιες επιδιώξεις
2. ομοιόμορφος.
επίρρ...
ομοιογενώς
(Α ὁμοιογενῶς)
με ομοιογενή τρόπο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ομοι(ο)-* + -γενής (< γένος), πρβλ. ομο-γενής].


Αυτόν που βγάζει λάθος το «ομογενής» προκρίνοντας μόνο το «ομοιογενής» σε αυτό το πλαίσιο δεν θέλω να τον σχολιάσω.
Ας στρωθεί πρώτα να διαβάσει και να βρει έγκυρες πηγές πριν αρχίσει να βγάζει φιρμάνια και να παίρνει κι άλλους στον λαιμό του.
 
Last edited:

skol

Member
Είναι ενδιαφέρον που ο Πάπυρος χρησιμοποιεί τον ομοιογενή ως ερμήνευμα του ομογενούς, κάτι που αποφεύγουν να το κάνουν τα ΛΚΝ και ΛΝΕΓ. Το ΛΝΕΓ δίνει όμως τον ανομοιογενή ως αντίθετο.
Μια ίσως όχι άσχετη παρατήρηση: το ζευγάρι ομογενής/ομοιογενής πρέπει να είναι ένα από τα λίγα ζευγάρια λέξεων που έχουν μείνει στη νεοελληνική με πρώτο συνθετικό τα ομο-/ομοιο- και δεύτερο συνθετικό κοινό. (στο ΛΚΝ που κοίταξα δεν υπάρχει άλλο)
 
Εμένα πάλι μου φαίνονται πάρα πολύ οικεία τα ομοιογενής, ομοιογένεια - και τα ειδικά λεξικά αναφέρουν και τα δύο. Για παράδειγμα, το Χημικό Λεξικό του ΕΚΠΑ, ενώ γράφει ομογενοποίηση, ομογενής καθίζηση, ομογενής καταλύτης κ.λπ., στο λήμμα homogeneous δίνει μόνο το ομοιογενής (ενώ δίνει το ομογενής στο λ. homogenous). Και το Λεξικό Όρων Βιοχημείας του Παν/μίου Ιωαννίνων δίνει 1. ομοιογενής, 2. ομογενής στο homogeneous, και ομοιογένεια στο homogeneity.
Και, φυσικά, το heterogeneous είναι σχεδόν αποκλειστικά ανομοιογενής, σπανίως ετερογενής.
 

Zazula

Administrator
Staff member
Έλα, διαβάζω το τόσο ενδιαφέρον αυτό νήμα, και πάω να σκάσω που κανένας ως τώρα δεν έχει αναφέρει τη λέξη ομογενοποιητής — από κόμμι γκουάρ ως stomacher, να 'όύμε! :giggle:
 

Alexandra

Super Moderator
Staff member
Έλα, διαβάζω το τόσο ενδιαφέρον αυτό νήμα, και πάω να σκάσω που κανένας ως τώρα δεν έχει αναφέρει τη λέξη ομογενοποιητής — από κόμμι γκουάρ ως stomacher, να 'όύμε! :giggle:
Λάθος, εγώ έχω γράψει για την ομογενοποίηση, άρα ο ομογενοποιητής εννοείται.
 

Alexandra

Super Moderator
Staff member
Εμένα πάλι μου φαίνονται πάρα πολύ οικεία τα ομοιογενής, ομοιογένεια - και τα ειδικά λεξικά αναφέρουν και τα δύο. Για παράδειγμα, το Χημικό Λεξικό του ΕΚΠΑ, ενώ γράφει ομογενοποίηση, ομογενής καθίζηση, ομογενής καταλύτης κ.λπ., στο λήμμα homogeneous δίνει μόνο το ομοιογενής (ενώ δίνει το ομογενής στο λ. homogenous). Και το Λεξικό Όρων Βιοχημείας του Παν/μίου Ιωαννίνων δίνει 1. ομοιογενής, 2. ομογενής στο homogeneous, και ομοιογένεια στο homogeneity.
Και, φυσικά, το heterogeneous είναι σχεδόν αποκλειστικά ανομοιογενής, σπανίως ετερογενής.
Όταν δίδασκα Χημεία στο γυμνάσιο πριν από πολλά χρόνια, τα μείγματα ήταν ομογενή και ετερογενή.
Και όπως βλέπω, έτσι ακριβώς διδάσκονται και σήμερα.
http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2206/Chimeia_B-Gymnasiou_html-empl/index2_2_1.html

Το θέμα είναι ότι κανένας δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι η λέξη "ομογενές μείγμα" είναι λάθος. Κάποιος πρέπει να διορθώσει το άρθρο στη Βικιπαίδεια.
 

Zazula

Administrator
Staff member
Λάθος, εγώ έχω γράψει για την ομογενοποίηση, άρα ο ομογενοποιητής εννοείται.
Χαχα, σου βγήκε το δασκαλίστικο! :devilish:
Εννοούσα να υπάρχει και η λέξη, «να γκουγκλίζεται» που λέμε και στο χωριό μου. :p
 

nickel

Administrator
Staff member
Εγώ δεν έχω βεβαιότητες για τη χρήση των όρων, ούτε στα ελληνικά ούτε στα αγγλικά. Ίσως επειδή οι ειδικές σημασίες ανήκουν σε πεδία μάλλον ξένα σε μένα. Αλλά και στα αγγλικά διαβάζω αυτή τη σημείωση στο ODE, που δεν ξέρω αν βοηθά.

The usual spelling is homogeneous, and the spelling homogenous is traditionally regarded as an error. Homogenous is a different word, a specialized biological term meaning ‘having a common descent,’ which has been largely replaced by homologous. From the evidence of the Oxford English Corpus, the spelling homogeneous has become significantly less common since 2000, and around a third of citations for the word now use the form homogenous. This can now be regarded as an established variant.
 

skol

Member
Το αντίστοιχο στα αγγλικά θα ήταν να υπήρχε ο όρος homeogen(e)ous μαζί με τον homogen(e)ous, που βλέπω ότι δίνει κάποια αποτελέσματα στο γκουγκλ αλλά δεν ξέρω αν λημματογραφείται.
 

skol

Member
Μόλις συνειδητοποίησα ότι έχω χρησιμοποιήσει δύο γενικές: του ομογενή/-ούς -καλός μάγειρας κι εγώ!
 

daeman

Moderator
Staff member
Μόλις συνειδητοποίησα ότι έχω χρησιμοποιήσει δύο γενικές: του ομογενή/-ούς -καλός μάγειρας κι εγώ!

Στο ουσιαστικό ομογενής, η γενική είναι «του ομογενή» και με τη βούλα της γραμματικής, όπως στο παράδειγμα που έχει το ΛΚΝ (αν και πρόκειται για άλλη σημασία από αυτήν που συζητάμε εδώ, τη σημασία του ουσιαστικού): Tο νοσοκομείο χτίστηκε με δωρεά ενός πλούσιου ομογενή.

Στο επίθετο, παίζεται. Η γενικά αποδεκτή γενική είναι «του ομογενούς», αλλά τουλάχιστον στην καθομιλουμένη, υπάρχει η τάση να λέγεται (και να γράφεται) όπως στο ουσιαστικό. Γι' αυτό δεν το βλέπω σαν μαγείρεμα, αλλά φυσιολογικό.
 
Last edited:

daeman

Moderator
Staff member
Εμένα πάλι μου φαίνονται πάρα πολύ οικεία τα ομοιογενής, ομοιογένεια - και τα ειδικά λεξικά αναφέρουν και τα δύο. Για παράδειγμα, το Χημικό Λεξικό του ΕΚΠΑ, ενώ γράφει ομογενοποίηση, ομογενής καθίζηση, ομογενής καταλύτης κ.λπ., στο λήμμα homogeneous δίνει μόνο το ομοιογενής (ενώ δίνει το ομογενής στο λ. homogenous). Και το Λεξικό Όρων Βιοχημείας του Παν/μίου Ιωαννίνων δίνει 1. ομοιογενής, 2. ομογενής στο homogeneous, και ομοιογένεια στο homogeneity.
Και, φυσικά, το heterogeneous είναι σχεδόν αποκλειστικά ανομοιογενής, σπανίως ετερογενής.
Δημήτρη, υποψιάζομαι πως βλέπουμε ένα ορολογικό χάσμα γενεών, όπως π.χ. στα απονίτρωση/απονιτροποίηση που λέγαμε με τον Ζάζουλα ή τα βενζόλιο/βενζένιο, τολουόλιο/τολουένιο, ξυλόλιο/ξυλένιο (που έχω την εντύπωση ότι κάπου συζητούσαμε μαζί, αλλά δεν το βρίσκω τώρα).
Δηλαδή παραδοσιακά τα ομογενές/ετερογενές μίγμα, αλλά μάλλον σχετικά πρόσφατη προτίμηση/«διόρθωση» τα ομοιογενές/ανομοιογενές. Νομίζω πως σε αυτό συνηγορεί και η κατάσταση με τα παράγωγα ομογενοποίηση, ομογενοποιητής, ομογενοποιώ, όπου ξεμυτάνε και τα αντίστοιχα με το ομοιο- χωρίς να έχουν πάρει ακόμα το πάνω χέρι.

Ανεξάρτητα από το ποια επικρατούν στις νεότερες γενιές, το σίγουρο είναι ότι, τουλάχιστον σήμερα, δεν μπορεί να απορρίπτει κάποιος ως λάθος το «ομογενές/ετερογενές μίγμα», αφού έχει ικανότατο μερίδιο εμφανίσεων σε έγκυρες πηγές (αν μη τι άλλο, στα τρέχοντα σχολικά βιβλία και σε αξιόπιστα συγγράμματα περί χημείας, έστω και παλαιότερα).

Για την ιστορία, ρε γαμώτο. Κι επειδή ζούμε ακόμα όσοι τα διδαχτήκαμε και τα διδάξαμε έτσι.
 
Last edited:

skol

Member
Γι' αυτό δεν το βλέπω σαν μαγείρεμα, αλλά φυσιολογικό.
Ευχαριστώ για την τεκμηρίωση! Να ξέρεις πάντως ότι το πρώτο (του ομογενή) μου βγήκε αυθόρμητα, το δεύτερο το σκέφτηκα λίγο!
 
Δημήτρη, υποψιάζομαι πως βλέπουμε ένα ορολογικό χάσμα γενεών, όπως π.χ. στα απονίτρωση/απονιτροποίηση που λέγαμε με τον Ζάζουλα ή τα βενζόλιο/βενζένιο, τολουόλιο/τολουένιο, ξυλόλιο/ξυλένιο (που έχω την εντύπωση ότι κάπου συζητούσαμε μαζί, αλλά δεν το βρίσκω τώρα).
Δηλαδή παραδοσιακά τα ομογενές/ετερογενές μίγμα, αλλά μάλλον σχετικά πρόσφατη προτίμηση/«διόρθωση» τα ομοιογενές/ανομοιογενές. Νομίζω πως σε αυτό συνηγορεί και η κατάσταση με τα παράγωγα ομογενοποίηση, ομογενοποιητής, ομογενοποιώ, όπου ξεμυτάνε και τα αντίστοιχα με το ομοιο- χωρίς να έχουν πάρει ακόμα το πάνω χέρι.

Ανεξάρτητα από το ποια επικρατούν στις νεότερες γενιές, το σίγουρο είναι ότι, τουλάχιστον σήμερα, δεν μπορεί να απορρίπτει κάποιος ως λάθος το «ομογενές/ετερογενές μίγμα», αφού έχει ικανότατο μερίδιο εμφανίσεων σε έγκυρες πηγές (αν μη τι άλλο, στα τρέχοντα σχολικά βιβλία και σε αξιόπιστα συγγράμματα περί χημείας, έστω και παλαιότερα).

Για την ιστορία, ρε γαμώτο. Κι επειδή ζούμε ακόμα όσοι τα διδαχτήκαμε και τα διδάξαμε έτσι.
Δεν συμφωνώ, για τον εξής λόγο: πάντοτε λέγαμε, και ακόμα λέμε, «ομοιογένεια» - και κατ' επέκταση ακούγεται φυσιολογικό το «ομοιογενές μείγμα», ο «ομοιογενής πληθυσμός» κ.λπ., και το αντίθετο «ανομοιογενής». Οι πιο σύγχρονες λέξεις, αντίθετα, είναι αυτές που υιοθέτησαν το ομο-, κατά τη γνώμη μου υπό την επίδραση της αγγλικής προέλευσης μάλλον και όχι τόσο της ετυμολογίας. Κι έτσι καταλήγουμε να βάζουμε το μείγμα στον ομογενοποιητή για να αποκτήσει ομοιογένεια και να γίνει ομογενές/ομοιογενές :-)

Πιστεύω λοιπόν ότι το πρόβλημα θα συνεχίσει να υπάρχει - και συμφωνώ πως δεν μπορούμε να απορρίπτουμε κανένα από τα δύο ως λανθασμένο.
 
Last edited:

skol

Member
Αντιγράφω το λήμμα homogeneous από το λεξικό του ΕΚΠΑ γιατί πιστεύω ότι και εκεί κάποιο λάθος έχει γίνει
homogeneous
ομοιογενής. Χαρακτηρισμός υλικού αποτελούμενου από τμήματα ή στοιχεία όμοιου (όχι
ίδιου) τύπου, αντίθ. heterogeneous, πρβλ. homogenous | ~ catalyst: ομογενής καταλύτης.
Καταλύτης ο οποίος βρίσκεται στην ίδια φάση (στερεά, υγρή, αέρια) με τα αντιδρώντα | ~
equilibrium: ομογενής ισορροπία. Ισορροπία κατά την οποία αντιδρώντα και προϊόντα
βρίσκονται στην ίδια φάση | ~ mixture: ομογενές μίγμα. Μίγμα με ίδια σύσταση και ίδιες
ιδιότητες σε όλη την έκτασή του.


Δηλαδή μονολεκτική απόδοση "ομοιογενής" αλλά όλα τα παραδείγματα με το "ομογενής". Τώρα, αν αυτό που επιχειρείται με τον ομοιογενή είναι να κρατηθεί η διάκριση homogenous/homogeneous, το βρίσκω επίσης πολύ προβληματικό.
 

skol

Member
...και όντως αυτό επιχειρείται γιατί ο ορισμός που δίνεται για τον homogenous είναι διαφορετικός παρότι αναγνωρίζεται με ειδικό σχόλιο ότι η διαφορά που υπάρχει στα ελληνικά μεταξύ των ομο-/ομοιο- δεν υπάρχει στα αγγλικά!

homogenous, homogen
ομογενής, από το ίδιο γένος. Χαρακτηρισμός υλικού αποτελούμενου από τμήματα ή στοιχεία ίδιου (όχι παρόμοιου) τύπου,
πρβλ. homogeneous
ΣΧΟΛΙΟ: Στα ελληνικά γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ των συνθετικών "ομο-" και "ομοιο-". Το πρώτο δηλώνει "ταύτιση" (ίδιο γένος, ίδιος τύπος), το δεύτερο "ομοιότητα" (παρόμοιογένος, παρόμοιος τύπος). Στην αγγλική γλώσσα δεν υπάρχει σαφής διάκριση.
 

skol

Member
...με λίγα λόγια ο τύπος στη βικι από το ΕΚΠΑ πήρε τις πληροφορίες του:(
 
Top