Οι λέξεις μου στη ThessVoice

drsiebenmal

HandyMod
Staff member
Εδώ και έναν μήνα, στη ThessVoice, δημοσιεύεται κάθε Σάββατο ένα «αλμανάκ», το οποίο επιμελείται ο Θεσσαλονικιός συγγραφέας Κυριάκος Αθανασιάδης. Εκεί έχω και μια μικρή στήλη με 200 λέξεις για κάθε λογής Λέξεις.

Δυστυχώς, μου λείπει ο σχολιασμός που κάνουμε στα δικά μας δημοσιεύματα, οπότε σκέφτηκα να τα αναπαράγω εδώ - και για τις δικές σας παρατηρήσεις, αλλά και σαν ευκαιρία να προσθέτω κάποια στοιχεία που δεν μπορώ να κοινοποιήσω λόγω του διαθέσιμου χώρου στη φιλόξενη ηλεκτρονική εφημερίδα.

Οπότε, θα χρησιμοποιήσω αυτό εδώ το ποστ σαν πίνακα περιεχομένων (πατήστε στον αύξοντα αριθμό) και θα αναδημοσιεύω στη συνέχεια τα αρθράκια στη διάθεσή σας.

[1] ... Το χρυσάφι της Τροίας, ή: Πότε μια λέξη είναι ελληνική; (από το αλμανάκ της 5/9/2026 - Ειλικρινά: Τι θέλουμε όλοι εδώ;)

[2] ... Με το μετρό στην πλαζ της Αρετσούς (από το αλμανάκ της 12/9/2026 - Πιστεύοντας τις υποσχέσεις του μάγου-γιατρού)

[3] ... Πόσα είναι τα χιλιάρικα στα δυο δισεκατομμύρια; (από το αλμανάκ της 19/9/2026 - Βρήκαμε μια νέα γάτα, κι αυτά είναι καλά νέα)

[4] ... Μπούζι, μπούζια και μπουζιά (από το αλμανάκ της 26/9/2026 - Ο κόσμος καίγεται)

[5] ...δεν θα συμπεθεριάζαμε: κατεπάνος και καπετάνιος (από το αλμανάκ της 3/10/2026 - Μπήκαμε στον Υδροχόο)
 
Last edited:
Το χρυσάφι της Τροίας, ή: Πότε μια λέξη είναι ελληνική;

Οι λέξεις δεν έχουν ληξιαρχικό πιστοποιητικό ελληνικότητας. Μια ελληνική λέξη δεν χρειάζεται να έχει ελληνική καταγωγή. Αρκεί να έχει ενσωματωθεί στη χρήση: να έχει σχετικά σταθερή μορφή και σημασία, να χρησιμοποιείται αυθόρμητα και επαναλαμβανόμενα —είτε από όλους είτε σε μια ειδική κοινότητα— και συχνά να συμμετέχει στους γραμματικούς και παραγωγικούς μηχανισμούς της γλώσσας. Το λεξικό δεν την πολιτογραφεί· έρχεται αργότερα και την καταγράφει. Η λέξη σπορ είναι λοιπόν ελληνική, μολονότι είναι δανεική και άκλιτη. Όμως, το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα που μου αρέσει να επικαλούμαι είναι ο χρυσός. Η λέξη είναι πανάρχαιο δάνειο από σημιτικές γλώσσες της Εγγύς Ανατολής, όπως τα ακκαδικά και τα φοινικικά. Είχε περάσει παρ’ όλα αυτά στα ελληνικά από τόσο νωρίς, ώστε τη συναντάμε ήδη στα μυκηναϊκά ελληνικά, σε πινακίδες της Γραμμικής Β, με τα τρία συλλαβογράμματα ku-ru-so. Στην πινακίδα PY Ta 716 της Πύλου, του 13ου αιώνα π.Χ., το ku-ru-so είναι ακόμη εκεί, χαραγμένο στον πηλό. Οι λέξεις μπορεί λοιπόν να μην έχουν ελληνική καταγωγή, ωστόσο να είναι ελληνικές από τον καιρό της Τροίας.

Εικονογράφηση: ChatGPT Images / OpenAI - Τάκης Δρεπανιώτης

1791008479002.png
 
Last edited:
Με το μετρό στην πλαζ της Αρετσούς

Είδαμε ότι μια λέξη μπορεί να ανήκει ολόψυχα στην ελληνική γλώσσα και να τη βρίσκουμε στα λεξικά της, ανεξάρτητα από την προέλευσή της και από το αν κλίνεται. Ας εξετάσουμε λοιπόν με αυτό το πρίσμα τα τρία ουσιαστικά του τίτλου.

Πρώτα η Αρετσού, παράλια συνοικία της Καλαμαριάς. Η παλιά Αρετσού βρισκόταν στη Βιθυνία, κοντά στον Βόσπορο, εκεί όπου στην αρχαιότητα ήταν το Ρύσιον. Μικρασιάτες πρόσφυγες, κυρίως αλιείς, εγκαταστάθηκαν εδώ φέρνοντας μαζί τους και το όνομα. Στην ακτή δημιουργήθηκε αργότερα η οργανωμένη Πλαζ της Αρετσούς. Ναι, για όσους δεν είναι Θεσσαλονικιοί, το σωστό είναι «της Αρετσούς».

Ελληνικά θεμέλια έχει, προφανώς, και το μετρό. Το πήραμε «αντιδάνειο» από το γαλλικό métro, συντόμευση του métropolitain («μητροπολιτικός σιδηρόδρομος»), που ανάγεται στη δική μας «μητρόπολη». Μπήκε στα ελληνικά μόλις τον 20ό αιώνα, αλλά ρίζωσε βαθιά: μετροπόντικας, μετρολάτρης, μετρομάχος — τα δύο τελευταία, γεννήματα του πολύπαθου μετρό της Θεσσαλονίκης.

Και η πλαζ μάς ήρθε από το γαλλικό plage, με απώτερες ελληνικές ρίζες, και μαρτυρείται ήδη από τη δεκαετία του 1920, όταν άρχισαν να γίνονται μόδα οι οργανωμένες ακτές λουομένων. Η πλαζ αποδείχτηκε μάλλον τεμπέλα στη σύνθεση και σήμερα έχει ανταγωνισμό από την αγγλική beach, η οποία, περνώντας στα ελληνικά, έπιασε αμέσως δουλειά και μας έδωσε ήδη τα μπιτσόμπαρα.

1791009317194.png
 
Last edited:
Πόσα είναι τα χιλιάρικα στα δυο δισεκατομμύρια;

Δυο εκατομμύρια, θα σκεφτεί αμέσως ο καθένας. Χωρίς καν να κοντοσταθεί στο αρχικό δις-, που σημαίνει «δυο φορές». Και χωρίς να σκεφτεί σε ποια χρονιά βρίσκεται. Γιατί πριν από το 1834 δεν θα είχε ξαναδεί τη λέξη δισεκατομμύριο. Τότε ο Δ. Δασκαλόπουλος, στη Στοιχειώδη Αριθμητική της Σχολής Ευελπίδων, αναφέρει —πιθανότατα για πρώτη φορά σε ελληνικό βιβλίο— ότι ένα δισεκατομμύριο είναι χίλια εκατομμύρια, και ένα τρισεκατομμύριο χίλια δισεκατομμύρια. Είναι η μικρή κλίμακα: κάθε καινούργια ονομασία μεγάλου αριθμού είναι χίλιες φορές η προηγούμενη. Ίσως να μην ξέραμε ούτε το εκατομμύριο. Η λέξη άρχισε να εξαπλώνεται, πολύ αργά, μετά το 1805, όταν ο Κοραής έγραψε για το «βάρβαρον μιλλιούνιον, το οποίον τι μας εμποδίζει να ονομάσωμεν εκατομμύριον».

Το μιλλιούνι όμως κάθε άλλο παρά νεόκοπο ήταν. Βρισκόταν ήδη στο περίφημο «γλιτζούνι», την Πρακτική Αριθμητική του Εμμανουήλ Γλυζωνίου, που πρωτοτυπώθηκε το 1568 στη Βενετία και γνώρισε αλλεπάλληλες επανεκδόσεις. Κι από δημοτικά τραγούδια και λαϊκές φράσεις ξέρουμε ότι το «βάρβαρο» μιλλιούνι βρισκόταν επί αιώνες στο στόμα του λαού. Ο Ευγένιος Βούλγαρης, πάλι, στα Μαθηματικά Στοιχεία του 1767, δίδασκε τη μεγάλη κλίμακα: το μιλλιόνιον είναι η χιλιάδα των χιλιάδων, το διλλιόνιον το μιλλιόνιο των μιλλιονίων, το τριλλιόνιον το μιλλιόνιο των διλλιονίων. Είναι η μεγάλη κλίμακα: κάθε καινούργια ονομασία μεγάλου αριθμού είναι ένα εκατομμύριο φορές η προηγούμενη. Τα ονόματα αυτά, έλεγε, ακούγονται βάρβαρα στα ελληνικά αφτιά — αλλά είναι τόσο απλά και χρήσιμα, που δεν πρέπει να τα αποφεύγουμε.

Κι αν δεν είχε επικρατήσει το εκατομμύριο του Κοραή, ίσως η ερώτηση του τίτλου να μην ήταν καθόλου παγίδα. Θα σκεφτόμασταν ακόμη με μιλλιόνια και διλλιόνια. Και τότε, στα δυο διλλιόνια, θα είχαμε, πολύ απλά, δυο μιλλιόνια χιλιάρικα.

Απεικόνιση: ChatGPT Images / OpenAI - Τάκης Δρεπανιώτης

1791009992893.png
 
Μπούζι, μπούζια και μπουζιά

Πόσο χρήσιμοι είναι οι τόνοι στα ελληνικά; Όσο απέχει το παγωμένο από το καυτό.

Μπούζι είναι μια λέξη που πήραμε από τα τούρκικα (buz, «πάγος»). Τη χρησιμοποιούμε σαν άκλιτο επίθετο («Η θάλασσα είναι μπούζι»). Μπούζια ονομάζονται κηποτεχνικά και διάφορα παχύφυτα με σαρκώδη φύλλα και ζωηρόχρωμα άνθη που βλέπουμε συχνά στις ακτές μας. Το όνομα ίσως συνδέεται κι αυτό με το τούρκικο buz. (Τα φυτά αυτά ονομάζονται διεθνώς ice plants — ας το πούμε «παγόφυτα»). Εδώ το μπούζι ενσωματώθηκε και κλίνεται κανονικά: «Εκεί έχει πολλά μπούζια».

Από τα ξένα μάς ήρθε και το μπουζί του αυτοκινήτου, ο επίσημος «σπινθηριστής» που ανάβει με μια σπίθα το μείγμα του καυσίμου. Το πήραμε από το γαλλικό bougie, «κερί». Η γαλλική λέξη προέρχεται από την πόλη Μπουζί, τη σημερινή Μπεζάγια στην Αλγερία, όπου παραγόταν εκλεκτό κερί ήδη από τον Μεσαίωνα. Οι Γάλλοι είπαν τον σπινθηριστή του αυτοκινήτου «bougie d’allumage («κερί ανάφλεξης»). Το άκλιτο μπουζί αποδείχτηκε παραγωγικό στα ελληνικά: έχουμε μπουζιά και μπουζόκλειδα και μπουζοκαλώδια.

Οι ξένες λέξεις βρίσκουν διάφορους δρόμους για να εργαστούν στα ελληνικά. Αν πω στον μάστορα ότι στο μηχανάκι μου έχει πρόβλημα το «ψυχρό» (ή «κρύο») μπουζί, που διώχνει γρήγορα τη θερμότητα από τον θάλαμο καύσης προς το σύστημα ψύξης του κινητήρα, θα με κοιτάξει επιδοκιμαστικά. Αν του πω, «Έλεγξε το καλώδιο του σπινθηριστή», θα με κοιτάξει λοξά. Όπως και ο γεωπόνος που θα του ζητήσω «παγόφυτα» για τον κήπο μου.

ChatGPT Images / OpenAI — Τάκης Δρεπανιώτης.

1791010505199.png
 

...δεν θα συμπεθεριάζαμε: κατεπάνος και καπετάνιος​

Δυο λέξεις μπορεί να μοιάζουν σαν δίδυμα αδελφάκια, στον ήχο και στο νόημά τους, τόσο που να σκεφτόμαστε: «Δεν μπορεί, κάπως θα συγγενεύουν». Ωστόσο δεν είναι υποχρεωτικό.

Ο κατεπάνω ήταν βυζαντινός τίτλος. Από τον 10ο αιώνα δήλωνε ιδίως ανώτατους διοικητές μεγάλων περιοχών: όπως ο κατεπάνω της Ιταλίας, με έδρα το Μπάρι. Στη μιλούμενη γλώσσα έγινε κατεπάνος (και καταπάνος). Στα ιταλικά έγινε catapano και, στη Σικελία, acatapano. Σε αραβικές πηγές, ο κατεπάνω Αντιοχείας αποκαλείται qaṭibān Anṭākiya.

Ο καπετάνιος ξεκίνησε από άλλον δρόμο. Από το λατινικό caput που σημαίνει «κεφάλι». Από αυτό σχηματίστηκε το ύστερο λατινικό capitaneus, «ο επικεφαλής». Στον Μεσαίωνα βρίσκουμε το γαλλικό capitaine και το ιταλικό capitano. Στα βενετσιάνικα υπάρχει ο capitanio (1301). Από τα γαλλικά πήραν οι Άγγλοι τον captain, από τα βενετσιάνικα πήραμε εμείς τον καπετάνιο.

Αλλά οι δρόμοι ξανασμίγουν: το οθωμανικό kapudan (θυμηθείτε τον Κανάρη και τον Καπουδάν πασά) θεωρείται συνήθως δάνειο από τα ιταλικά, υπάρχει όμως και ετυμολόγηση από το κατεπάνω διασταυρωμένο με το capitano.

Δυο λέξεις με διαφορετική καταγωγή, λοιπόν, έζησαν βίους παράλληλους για αιώνες στην ίδια μεσογειακή γειτονιά και φαίνεται πως στην πορεία αλληλομπολιάστηκαν — τόσο γλυκά ώστε σήμερα να δυσκολευόμαστε να μην πιστέψουμε πως είναι εξαρχής στενά συγγενείς.


ChatGPT Images / OpenAI — Τάκης Δρεπανιώτης.

1791011113717.png
 
Μπούζι, μπούζια και μπουζιά

Πόσο χρήσιμοι είναι οι τόνοι στα ελληνικά; Όσο απέχει το παγωμένο από το καυτό.

Μπούζι είναι μια λέξη που πήραμε από τα τούρκικα (buz, «πάγος»). Τη χρησιμοποιούμε σαν άκλιτο επίθετο («Η θάλασσα είναι μπούζι»). Μπούζια ονομάζονται κηποτεχνικά και διάφορα παχύφυτα με σαρκώδη φύλλα και ζωηρόχρωμα άνθη που βλέπουμε συχνά στις ακτές μας. Το όνομα ίσως συνδέεται κι αυτό με το τούρκικο buz. (Τα φυτά αυτά ονομάζονται διεθνώς ice plants — ας το πούμε «παγόφυτα»). Εδώ το μπούζι ενσωματώθηκε και κλίνεται κανονικά: «Εκεί έχει πολλά μπούζια».

Από τα ξένα μάς ήρθε και το μπουζί του αυτοκινήτου, ο επίσημος «σπινθηριστής» που ανάβει με μια σπίθα το μείγμα του καυσίμου. Το πήραμε από το γαλλικό bougie, «κερί». Η γαλλική λέξη προέρχεται από την πόλη Μπουζί, τη σημερινή Μπεζάγια στην Αλγερία, όπου παραγόταν εκλεκτό κερί ήδη από τον Μεσαίωνα. Οι Γάλλοι είπαν τον σπινθηριστή του αυτοκινήτου «bougie d’allumage («κερί ανάφλεξης»). Το άκλιτο μπουζί αποδείχτηκε παραγωγικό στα ελληνικά: έχουμε μπουζιά και μπουζόκλειδα και μπουζοκαλώδια.

Οι ξένες λέξεις βρίσκουν διάφορους δρόμους για να εργαστούν στα ελληνικά. Αν πω στον μάστορα ότι στο μηχανάκι μου έχει πρόβλημα το «ψυχρό» (ή «κρύο») μπουζί, που διώχνει γρήγορα τη θερμότητα από τον θάλαμο καύσης προς το σύστημα ψύξης του κινητήρα, θα με κοιτάξει επιδοκιμαστικά. Αν του πω, «Έλεγξε το καλώδιο του σπινθηριστή», θα με κοιτάξει λοξά. Όπως και ο γεωπόνος που θα του ζητήσω «παγόφυτα» για τον κήπο μου.

ChatGPT Images / OpenAI — Τάκης Δρεπανιώτης.

View attachment 8502
Ο γεωπόνος της παρέας. κατά τη θητεία του στην πάλαι ποτέ ΑΓΣΑ, μάθαινε ότι το επιστημονικό όνομα των μπουζιών είναι Mesembrianthemum, αλλά δεν νομίζω ότι κανείς, πλην των γεωπόνων και των βοτανολόγων, χρησιμοποιεί τον όρο.
 
Back
Top