Ιταλικές και βενετσιάνικες λέξεις στα ελληνικά

daeman

Moderator
Staff member
[...]Οι Εγγλέζοι έχουν μια λέξη που περιγράφει το κύμα αγαλλίασης που σε κατακλύζει από το στομάχι και πάνω μέχρι τη ρίζα του σβέρκου για λίγα δευτερόλεπτα ακριβώς σε μια τέτοια περίπτωση: το λένε serendipity και είναι από εκείνες τις στιγμές που λες «Θεέ μου, για κάτι τέτοια αξίζει να ζει κανείς». Πώς μεταφράζεται άραγε το serendipity ελληνικά;

Ο ακούραστος παλιόφιλός μου, το GWord, γράφει: χάρισμα να βρίσκεις τυχαία πολύτιμα πράγματα σε απίθανα μέρη.
Στη Λεξιλογία υπάρχει νήμα γι' αυτό, αλλά καλύπτει την ανάγκη μιας συγκεκριμένης χρήσης.

Ευρετική αγαλλίαση; Ευρημαγαλλίαση; :-)
 

daeman

Moderator
Staff member
...
Γκρέκο μασκαρά - Γιάννης Μηλιώκας


Τσίρκο, παράγκα, φίρμα γκρέκα
τέμπο, μουργέλα, αγγαρεία
γκράντε μαέστρο καλαμπόρτζο
ράτσα μπαρούφα, ομελέτα, ιστορία

Μασκαρά, γκρέκο μασκαρά
μασκαρά, γκρέκο μασκαρά

Μάτσο αμάκα καπιτάλε
σκάρτο, τανάλια, πολιτσία
φράγκο, ρεζέρβα, φαλιμέντο
περκέ μαντζάρε σοσιαλίστε κομπανία

Μασκαρά, γκρέκο μασκαρά...

Σβέλτα, μαντόνα, μανιβέλα
φρένο, στραπάτσο, καραμπόλα
μόδα, καβάλα, ντόλτσε βίτα
τρόμπα, φιγούρα, σαχλαμάρα κι άρπα-κόλλα
 

anansi

Member
αρισμαρί

Στην Κρήτη το δεντρολίβανο το λένε και "αρισμαρί". Εγώ κατάλαβα τι σημαίνει από το αγγλικό rosemary. Υποθέτω ότι η ρίζα είναι ιταλοβενετσιάνικη, αλλά δεν έχω καταφέρει να το επιβεβαιώσω.
 

bernardina

Moderator
Στην Κρήτη το δεντρολίβανο το λένε και "αρισμαρί". Εγώ κατάλαβα τι σημαίνει από το αγγλικό rosemary. Υποθέτω ότι η ρίζα είναι ιταλοβενετσιάνικη, αλλά δεν έχω καταφέρει να το επιβεβαιώσω.

Στα Δωδεκάνησα κατάφεραν να παντρέψουν το δεντρολίβανο με τον δυόσμο και να φτιάξουν το Δυοσμαράκι. Να 'ναι, άραγε, το ίδιο;
 

daeman

Moderator
Staff member
...
Πράσινος είναι αρισμαρής και κίτρινος ο ανθός του
κι απ' αγαπά και δε θωρεί βαρύς είν' ο καημός του

Βασιλικό κι αρισμαρί θα βάλω στην ποδιά σου,
γιατί εγώ τα αγαπώ τα μάτια τα δικά σου

Αρέσει μου να τα φιλώ τα πράσινά σου μάτια
γιατί 'ναι σαν του δίκταμου* τα πράσινα κλωνάρια

*Δίκταμο ή έρωντας.

Αρισμαρί και ρίγανη, φασκομηλιά, φλισκούνι,
θύμος, μυρθιά και καντιφές τρυπούνε μου τ' αρθούνι


Αρισμαρί, βασιλικό θα βάλω στο αυτί μου,
να μη μου τηνε κλέψουνε την αγαπητική μου
:)

Βασιλικό κι αρισμαρί δε βάνω πια στ' αφτί μου,
γιατί μου την εκλέψανε την αγαπητική μου
:(

Βασιλικό και ροζμαρί κι ανθό του γλυκανίσου
ο έρωτας τα μάζεψε κι έκαμε το κορμί σου


Βασιλικό κι αρισμαρί μυρίζει ο σεβντάς σου,
μοσχοβολώ όντε βρεθώ μέσα στην αγκαλιά σου


Χοντρούς χοχλιούς θα πα να βρώ και ξίδι θα φυλάξω
κι αρισμαρί εξέρανα την τηγανιά να φτιάξω
:whistle:
 

Archangelos

New member
Στην Κρήτη το βαφτιστήρι καλείται φιλιότσος ή φιλιότσα. Προφανώς πρόερχεται εκ του figlio, figlia (υιός, κόρη).

Στον νομό Ρεθύμνης υπάρχει η επαρχία Αμαρίου. Σε κάποιο άρθρο εφημερίδας πολιτιστικού συλλόγου έχει γραφεί ότι είναι ελληνικής προελεύσεως. Εμένα μου θυμίζει το ιταλικό επίθετο amaro/amari (πικρός/πικρή).

Οι μπότες είναι γνωστές ως στιβάνια. Να έχει καμία σχέση με το Lo stivale;
 

SBE

¥
Fillioccιo/ fillioccιa figlioccio, figlioccia ο βαφτιστικός/ η βαφτισιμιά.
 
Last edited by a moderator:

nickel

Administrator
Staff member
Οι μπότες είναι γνωστές ως στιβάνια. Να έχει καμία σχέση με το Lo stivale;

Ναι, τα στιβάνια είναι παραφθορά του στιβάλια, που προέρχεται από βενετσιάνικο stival. Για την προέλευση του stival υπάρχουν μόνο θεωρίες.
 

pep

New member
Bon dia a tothom, I´a catalan who can read greek but has not a greek keyboard.. (if you want to answer to me you can do it in greek, of course)

I know some veneto and I´d like to add two words to the list given by Ambrose (perhaps they appear in the link given by nevergrown, I haven´t checked yet):
The first one is µπαρµπούνι and it has a funny story: the venetians adopted the classical greek word for one the fishes of the genre Mullus (M. surmuletus): Tria, from cl.gr. Trigle. But the modern greek seems to have sort of forgotten the classical name and borrowed instead another venetian word (the one applied to the other member of the genre, M. barbatus). Here an article about those names (the article is mine, I apologize for this "spam")

The other word (or rather, expression) is ντλόυγγο, from. Ven. Delongo 'immediately'. More "spam" here:
https://elpetitespolit.blogspot.com/2016/07/sempre-es-ara-actualitzat.html

but also a link to an article by the well known linguist F. Toso:
raramente è accaduto che voci di probabile origine veneziana siano state attribuite al genovese, come ντλόυγγο ‘subito’, per il quale Ramondo (1940: 22), evocando genov. delungu ‘sempre’, trascurò un’analoga forma veneta il cui significato (‘senza indugio’) pare più vicino a quello della voce neogreca
https://publicacions.iec.cat/repository/pdf/00000231\00000018.pdf

By the way: Collu pipiri doesn´t sound very "veneto" to me. A friend of mine, from the Polesine (Veneto) doesn´t know it either. I see that many webs (including the greek WP) give it as venetian, but could it come from some other italian language instead? Could it be that Collu comes from some southern dialect (con+lu 'with the')?
 
Last edited:
Top