spiritual vs. religious

Δεν λέω για τη "μειωτική" συνδήλωση τόσο, όσο γιατί "πνευματική ζωή" εννοούμε συνήθως την cultural life, όχι τη spiritual. Δηλ. την ποίηση, τις τέχνες κλπ.
Έχω την αίσθηση ότι η "πολιτιστική ζωή" δεν ταυτίζεται εννοιολογικά με την "πνευματική ζωή", δηλ. την εμβίωση της πνευματικότητας (spirituality), καθώς η τελευταία, νομίζω, συνάπτεται περισσότερο εστιασμένα με αναζητήσεις και αποβλέψεις στο πεδίο του υπερβατικού (χωρίς να σημαίνει ότι και η cultural life είναι άγευστη υπερβατικών αναζητήσεων)
Νομίζω στα ελληνικά είναι δόκιμο να λέμε "πνευματική ζωή" και να εννοούμε τα, ας πούμε, έργα του πνεύματος. "Η πνευματική ζωή της Κρήτης κατά την Ενετοκρατία", π.χ., προφανώς δεν παραπέμπει σε υπερβατικές αναζητήσεις αλλά στον Κορνάρο, τον Χορτάτζη και τα άλλα παλικάρια της Κρητικής Αναγέννησης.


Όντως, έχω συναντήσει το "πνευματική ζωή" σε αμέτρητα κείμενα όπου χρησιμοποιείται με τη σημασία του "intellectual life", όμως ενίοτε δεν είναι ξεκάθαρη η έννοια και πρέπει να σκεφτώ αν σημαίνει "spiritual life", "intellectual life" ή τέσπα κάτι άλλο.
Last edited:


I am reviving this thread to ask about someone who is spiritual (i.e. thinks about God) but does not go to church “Ο τάδε μπορεί να μην είναι θρησκευτικός – δηλαδή μπορεί να μην πηγαίνει στην εκκλησία --αλλά είναι πνευματικός.» Or if you want to say “I may not be religious in the conservative sense of the word but I consider myself spiritual. I think about spiritual matters a lot. I believe that there is probably a God but don’t align myself with a particular religious denomination.”


Staff member
First of all, a religious person is not θρησκευτικός, but θρήσκος.
So, one might say: Δεν είμαι θρήσκος αλλά ...
... πιστεύω στα θεία
... πιστεύω στον Θεό
...πιστεύω ότι υπάρχει Θεός
(not much with 'spiritual' in it)

The first part might also be: Δεν θρησκεύομαι, which means I don't practise religion.
I agree with Nickel. The standard expression one would use for "I'm not religious" is "δεν είμαι θρήσκος / δεν είμαι θρήσκα".
Definitely not "θρησκευτικός", this is never used as a noun and never for people.

As for the word "πνευματικός", when used as a noun it means "confessor" (more specifically, a priest or monk who is one's personal confessor and religious mentor). It is not used much as an adjective for people and rarely in such a context as the one you present here, so it would not be understood. I would omit it entirely.

I agree with Nickel's suggestion and I will also attempt a more loose rendering:

Δεν είμαι θρήσκος, αλλά έχω θρησκευτικές ανησυχίες. Με απασχολούν πολύ τα θεολογικά ζητήματα. Πιστεύω ότι μάλλον υπάρχει Θεός, αλλά δεν ακολουθώ κανένα θρησκευτικό δόγμα.

(Note here that "confession" in this case would be "ομολογία" but it is not frequently used and might also not be immediately understood by all).