livable

skol

Active member
Τώρα είδα ότι υπάρχουν και οι αξιοβίωτες αλλά για κάποιο λόγο το αξιοκατοίκητες μου ήρθε πρώτο και μου αρέσει καλύτερα!
 

nickel

Administrator
Staff member
Όταν θα γίνει η πυρηνική καταστροφή, μπορεί να τις λέμε βιώσιμες ή υποφερτές. Ή και κατοικήσιμες. Τώρα είναι αξιοκατοίκητες. Και τίποτ' άλλο!
 
αλλά δεν το βλέπω να κυκλοφορεί πολύ

Προσωπικά δεν το βλέπω να κυκλοφορεί καθόλου...

Θαρρώ, πάντως, πως η επιλογή μου θα ήταν το "αξιοβίωτες", καθώς βρίσκω την απόδοση αυτή να αγκαλιάζει καθολικότερα το σύνολο βίωμα που συνδηλώνεται, ενώ το "αξιοκατοίκητες" με παραπέμπει σε "εξωτερικότερη"/ "μερικότερη" εμβίωση
 

nickel

Administrator
Staff member
Ο αξιοβίωτος ίσως επικράτησε λόγω του όρου αξιοβίωτη ανάπτυξη (worth-living development), αλλά για τις πόλεις προτιμώ να μπορώ πρώτα να τις κατοικήσω σε αυτή την αξιοβίωτη εποχή μας. :-) Προσωπική προτίμηση λοιπόν η αξιοκατοίκητη πόλη..
 

Severus

Active member
Ίσως και πιο περιφραστικά: πόλεις με την καλύτερη ποιότητα ζωής, με βέλτιστες συνθήκες διαβίωσης, υψηλής βιωτικής αξίας, πλέον άξιες/κατάλληλες για διαβίωση.
 

skol

Active member
Ίσως και πιο περιφραστικά: πόλεις με την καλύτερη ποιότητα ζωής, με βέλτιστες συνθήκες διαβίωσης, υψηλής βιωτικής αξίας, πλέον άξιες/κατάλληλες για διαβίωση.
Ναι, υπάρχει πάντα και η περίφραση, εδώ π.χ.
Ποιες είναι οι πόλεις με την καλύτερη ποιότητα ζωής; – Η Βιέννη επανήλθε στην κορυφή
αλλά γιατί να διαλέξει κάποιος αυτή τη λύση, ειδικά σε τίτλο;

Να πω επίσης ότι παρότι το αξιοκατοίκητη μου βγήκε αβίαστα, βλέπω τώρα ότι η παραγωγή από το κατοικώ δεν βολεύει στην αντίθεση: unlivable δεν είναι ο ακατοίκητος (που δεν κατοικείται) αλλά ο μη κατοικήσιμος (που δεν μπορεί να κατοικηθεί). Το αβίωτος εδώ ταιριάζει καλύτερα.
Εξακολουθώ πάντως να πιστεύω ότι στη θετική χρήση η παραγωγή από το κατοικώ είναι πιο ταιριαστή. Άλλωστε, όταν θέλουμε να μάθουμε την πόλη κάποιου θα ρωτήσουμε "πού μένει;" -την ερώτηση "πού ζει;" την χρησημοποιοπούμε για μεγαλύτερες γεωγραφικές ενότητες ("στον κόσμο του") :-)
 

nickel

Administrator
Staff member
Να πω επίσης ότι παρότι το αξιοκατοίκητη μου βγήκε αβίαστα, βλέπω τώρα ότι η παραγωγή από το κατοικώ δεν βολεύει στην αντίθεση: unlivable δεν είναι ο ακατοίκητος
Το αντίθετο του αξιοκατοίκητου θα έλεγα ότι είναι το «μη αξιοκατοίκητος» — δεν θα μου άρεσε το «αναξιοκατοίκητος».
 

Severus

Active member
Ναι, υπάρχει πάντα και η περίφραση, εδώ π.χ.
Ποιες είναι οι πόλεις με την καλύτερη ποιότητα ζωής; – Η Βιέννη επανήλθε στην κορυφή
αλλά γιατί να διαλέξει κάποιος αυτή τη λύση, ειδικά σε τίτλο;
Στο άρθρο που παραπέμπεις εμφανίζεται στον τίτλο, πάντως. Η πρόταση που έκανα ήταν συμπληρωματική, καθώς πρέπει πάντα να αναζητούμε τις διαφορετικές δυνατότητες απόδοσης ενός όρου.

Οι συντάκτες διάφορων ελληνικών άρθρων χρησιμοποιούν, σωστά ή εσφαλμένα, τον όρο αξιοβίωτος.
Αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε τον όρο αυτό, πάντως, για να ακριβολογούμε και να τον χρησιμοποιούμε σωστά, θα πρέπει να πούμε: πόλεις με αξιοβίωτη ζωή.
 

skol

Active member
για να ακριβολογούμε και να τον χρησιμοποιούμε σωστά, θα πρέπει να πούμε: πόλεις με αξιοβίωτη ζωή.
Δεν νομίζω, είναι πλεονασμός. Μπορεί στη γνωστή παγιωμένη φράση το αβίωτος να είναι προσδιορισμός του βίου αλλά στα νέα ελληνικά έχει αυτονομηθεί. Θα δεις π.χ. πολλές αναφορές σε αβίωτες πόλεις. Αντίστοιχα και οι αξιοβίωτες πόλεις μια χαρά μπορούν να ζήσουν από μόνες τους :-)
 

nickel

Administrator
Staff member
Ένα θέμα είναι ότι απ' ό,τι καταλαβαίνω το unlivable δεν είναι ακριβώς αντίθετο του livable(worth living)
unlivable: Not able to be lived in; uninhabitable.
Έχεις δίκιο, δεν το καλοσκέφτηκα. Ας το πιάσουμε από την αρχή. Το liv(e)able έχει δύο κύριες σημασίες:
- worth living. ‘fatherhood makes life more liveable’ > ανεκτός, υποφερτός, βιώσιμος, αξιοβίωτος
- (of an environment or climate) fit to live in. > κατοικήσιμος
e.g. ‘one of the most liveable cities in the world’ > αξιοβίωτος, αξιοκατοίκητος

Το unliv(e)able (αβίωτος, αφόρητος | μη κατοικήσιμος) είναι το απολύτως αντίθετο του liv(e)able.
 

Severus

Active member
Δεν νομίζω, είναι πλεονασμός. Μπορεί στη γνωστή παγιωμένη φράση το αβίωτος να είναι προσδιορισμός του βίου αλλά στα νέα ελληνικά έχει αυτονομηθεί. Θα δεις π.χ. πολλές αναφορές σε αβίωτες πόλεις. Αντίστοιχα και οι αξιοβίωτες πόλεις μια χαρά μπορούν να ζήσουν από μόνες τους :-)
Είναι πλεονασμός, δεν διαφωνώ. Απλώς είπα "για να ακριβολογούμε και να τον χρησιμοποιούμε σωστά". ;-)
Η συντομία στην επικοινωνία προηγείται πολλές φορές της γραμματικής ορθότητας, ευτυχώς ή δυστυχώς.
 
για να ακριβολογούμε και να τον χρησιμοποιούμε σωστά, θα πρέπει να πούμε: πόλεις με αξιοβίωτη ζωή.
Προσωπικά πάντως έχω την αίσθηση ότι η ακριβολογία ενδεικνύει να μην πούμε έτσι, διότι μπορεί να απολαμβάνεις μια αξιοβίωτη πόλη ως τέτοια, αλλά (για λόγους ασυσχέτιστους με την εμβίωση της πόλης) να μην έχεις μια αξιοβίωτη ζωή per se…
 

Severus

Active member
Μα, το "αξιοβίωτο" της πόλης εν προκειμένω δεν αφορά αποκλειστικά ένα συγκεκριμένο άτομο και τις (αν)αξιοπρεπείς συνθήκες ζωής του σε μια αξιοβίωτη πόλη, αλλά το επίπεδο ζωής που μπορεί να παράσχει η εκάστοτε αξιοβίωτη πόλη γενικά με βάση κάποια κριτήρια. Λέμε η ζωή σε αυτήν την πόλη είναι καλή, κακή κλπ., βλέποντας τη γενική εικόνα και όχι μεμονομένες περιπτώσεις κατοίκων της πόλης, χωρίς να είναι ασήμαντες αυτές οι παράμετροι.

Εδώ βλέπουμε πώς ορίζεται το liveability, με μετρήσιμους και μη παράγοντες, υποκειμενικούς και αντικειμενικούς.

Σελίδα 146
Liveability
Objective factors
  1. Climate
  2. Environmental quality
  3. Infrastructure
  4. Safety and stability
  5. Access to healthcare and education
Subjective factors
  1. Personal likes and dislikes
  2. Feelings of connection to friends and family
  3. Traditions and spiritual connections
 

skol

Active member
Μιας και είπαμε τόσα για τον αξιοβίωτο ας βάλω και το λήμμα του ΜΗΛΝΕΓ

αξιοβίωτος [aksiovíotos], -η και <λόγ.> -ος, -ο (επ. (Εδιάδικος) ).
1)
α.(για ζωή, κατάσταση κτλ.)
Που αξίζει να τον ζει, να τον βιώνει κάποιος, καθώς προκαλεί αισθήματα ευεξίας, πληρότητας κτλ.

Χρήσεις
αξιοβίωτη ανάπτυξη | αξιοβίωτος βίος
β.(για τόπο)
Που αξίζει να ζει κανείς σε αυτόν, καθώς διαθέτει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που απαιτούνται για μια ποιοτική ζωή, μια ζωή που χαρακτηρίζεται από αισθήματα ευεξίας, πληρότητας κτλ.

Χρήσεις
Στόχος του νέου δημάρχου είναι να κάνει την πόλη αξιοβίωτη

2)(καταχρ.) (για μισθό, εισόδημα κτλ.)
Που είναι τόσο υψηλός, ώστε να μπορεί να ζει κανείς με αξιοπρέπεια

Χρήσεις
αξιοβίωτα μεροκάματα

–επίρρ. αξιοβίωτα.
[ΕΤΥΜ^ < αρχ. ἀξιοβίωτος < ἀξιο- + βιωτός με αναβιβασμό τόνου λόγω σύνθεσης | βιωτός < βιω- (εκτεταμένο θ. του αρχ. ρ. βιῶ, βλ. βιώνω) + -τός].


Ένα μυστήριο σε σχέση με την ετυμολογία της λέξης είναι ότι παρότι υπάρχει το λήμμα στο LSJ, στην ελληνική έκδοση του λεξικού αναφέρεται ότι στη μόνη παραπομπή που δίνεται(Ξεν. Ἑλλ. 4. 4, 6) το οὐκ ἀξιοβίωτον έχει σε νεότερες εκδόσεις του έργου αντικατασταθεί από το ἀβίωτον.

ἀξιοβίωτος: -ον, ἄξιος νὰ ζῇ τις δι’ αὐτόν, οὕτω οὐκ ἀξιοβίωτον εἶναι (αἱ νεώτεραι ἐκδ. ἔχουσιν ἀβίωτον ἀντὶ οὐκ ἀξιοβ.) Ξεν. Ἑλλ. 4. 4, 6· πρβλ. ἄβιος, ἀβίωτος.

ΣτοTLG δεν μπόρεσα να βρω κάποια εμφάνιση της λέξης. Να τη θεωρήσουμε αρχαία λοιπόν ή όχι;
 

cougr

¥
2)(καταχρ.) (για μισθό, εισόδημα κτλ.)
Που είναι τόσο υψηλός, ώστε να μπορεί να ζει κανείς με αξιοπρέπεια
Χρήσεις αξιοβίωτα μεροκάματα
Οπότε:
living wage = αξιοβίωτος μισθός
 
Top