litter

nickel

Administrator
Staff member
Λέξη με ενδιαφέρουσα ιστορία, που όταν ξέρεις όλες τις σημασίες της αναρωτιέσαι μήπως πρόκειται για δύο ομώνυμες λέξεις, με διαφορετικές ετυμολογίες. Όχι, είναι μία λέξη, που στη ρίζα της έχει το λατινικό lectus, «κρεβάτι». Το γαλλικό lit είναι απ’ αυτό (το «λι» στο κουβερλί και το βαγκόν-λι). Τα λέει ωραία, αν θέλετε λεπτομέρειες, το Petit Robert:


lit
Ce mot est issu du latin lectus «lit» (cf. italien letto, occitan leit, catalan llit, espagnol lecho), rattaché à une racine indo-européenne °legh- «se coucher; poser» (cf. grec lekhos «lit», anglais to lay et allemand legen «poser, étendre», anglais to lie et allemand liegen «être couché»).
■ La plupart des mots de la famille sont en rapport avec le meuble pour s'étendre (litière, literie, aliter, châlit, chienlit, pissenlit [rappel des vertus diurétiques de cette plante], couvre-lit, dessus-de-lit, saut-de-lit, wagon-lit) ou avec la couche des animaux (les termes de chasse liteau et litée). Deux verbes évoquent les lits de pierres maçonnées (liter) et les couches de stratification (déliter, et délit, délitage, délitescent).
■ L'anglais doit au français litter « litière; ordures » (XIVe s.).​


Αν σας έπιασε περιέργεια για τα συγγενή της ελληνικής, μπορείτε να διαβάσετε εδώ λίγο παλιό Σαραντάκο για το ελλοχεύω κ.ά.


Εγώ θα συνεχίσω για το αγγλικό litter, που αρχή αρχή σήμαινε «κρεβάτι» — σημασία που ξεχάστηκε πολύ γρήγορα. Από εκεί όμως προέκυψε αφενός το φορητό ανάκλιντρο που κουβαλάνε βαστάζοι (λεπτομέρειες στη Wikipedia) ή το φορείο για τραυματίες και αφετέρου η αχυροστρωμνή για τα ζώα. Από εκεί και η φυλλοστρωμνή, το φυλλόστρωμα (leaf litter) κάτω από δέντρα.

Από το αχυρόστρωμα όπου ξάπλωνε το ετοιμόγεννο ζώο ονομάστηκαν litter τα μικρά μιας γέννας. Λέει ο Φάλσταφ στον Ερρίκο Δ΄ (2ο μέρος, πράξη Α΄, σκηνή 2) «I do here walk before thee like a sow that hath overwhelmed all her litter but one», και μεταφράζει ο Ρώτας: «Εδώ περπατάω μπροστά σου σαν γουρούνα που ’χει πλακώσει όλη τη γεννοβολιά της, παρά ένα».

Από το αχυρόστρωμα επίσης που γεμίζει τον κόσμο σκόρπια άχυρα και όλη αυτή την ακαταστασία, έφτασε το litter να σημαίνει και τα σκουπίδια. Και το ρήμα litter έχει κυρίως τη σημασία «γεμίζω με σκουπίδια, ρυπαίνω».

Επανάληψη με προσθήκες στο τέλος. Και εδώ ένα κωμικό λάθος σε βάση της ΕΕ για το περιβάλλον:

Πάμε στη γαλλική λέξη ordures, που σημαίνει «σκουπίδια» — και μόνο. Πατήστε το Translations. Ποια είναι η αγγλική λέξη; Litter. Δεν είναι η καλύτερη επιλογή. Litter είναι ελαφρά σκουπίδια, ordures είναι μάλλον rubbish και refuse. Αλλά γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρον. Γιατί κάποιος μετέφρασε το litter προς τα ελληνικά χωρίς να αναρωτηθεί ποια σημασία τού litter είχε μπροστά του. Και το έκανε «νεογνά»!

Έτσι, αν ποτέ δείτε το γαλλικό ordures να αποδίδεται «νεογνά», δεν πρόκειται για κάποιον που μισεί τα παιδιά. Απλώς για κάποιον αφηρημένο μεταφραστή που μπερδεύτηκε στις πολλές σημασίες τού litter.



Το λήμμα litter (μόνο το ουσιαστικό) είναι από το ODE.

litter ['litə] noun
1 [mass noun] rubbish such as paper, tins, and bottles left lying in an open or public place: always clear up after a picnic and never drop litter σκουπίδια, απορρίμματα, άχρηστα
[as modifier]: a litter bin δοχείο απορριμμάτων, καλάθι αχρήστων, σκουπιδοντενεκές
[in singular] an untidy collection of things lying about: a litter of sleeping bags on the floor σκόρπια αντικείμενα, ακαταστασία, αχούρι
2a number of young animals born to an animal at one time: a litter of five kittens μια γέννα, τα νεογνά μιας γέννας, μικρά από την ίδια γέννα
3 (also cat litter) [mass noun] granular absorbent material lining a tray in which a cat can urinate and defecate when indoors: άμμος για τη γάτα
[as modifier]: a plastic litter tray αμμολεκάνη γάτας
4 [mass noun] straw or other plant matter used as bedding for animals: the plant burns discarded litter from poultry farms αχυρόστρωμα, αχυροστρωμνή, στρωμνή για ζώα
(also leaf litter) decomposing but recognizable leaves and other debris forming a layer on top of the soil, especially in forests: the spiders live in leaf litter στρώμα φύλλων, φυλλόστρωμα, φυλλοστρωμνή
5 historical a structure used to transport people, containing a bed or seat enclosed by curtains and carried on men’s shoulders or by animals. φορητό ανάκλιντρο
a framework with a couch for transporting the sick and wounded. φορείο για αρρώστους ή τραυματίες




Και το λογοπαίγνιο:

 
Top