contested incompatibility

nickel

Administrator
Staff member
Το ερώτημα αφορά τη φράση contested incompatibility στον ορισμό που έχει δώσει το UCDP (Uppsala Conflict Data Program, Πρόγραμμα Δεδομένων Συγκρούσεων του Πανεπιστημίου της Ουψάλας) στην ένοπλη σύγκρουση:

An armed conflict is a contested incompatibility that concerns government and/or territory where the use of armed force between two parties, of which at least one is the government of a state, results in at least 25 battle-related deaths in one calendar year.

Διαφώνησα με συναδέλφους ως προς την καλύτερη απόδοση της φράσης και τελικά ρώτησα σε μέιλ τον καθηγητή Peter Wallensteen, που είναι υπεύθυνος για τον ορισμό. Στην απάντησή του μου γράφει:

There are incompatibilities of many sorts in society over many different things, notably political power, territorial control, but also health services and taxes. Those that are included in the UCDP definition concerns government and/or territory.
Among those incompatibilities some are contested between at least two parties, i.e. include an explicit demand by one side where this demand is resisted by another side.
In the data that is collected for UCDP only those contested incompatibilities are included which involve the use of force by the parties.
Thus there can be many disagreements in society, only some of them give rise to movements that bring them up in the form of campaigns or protests, and still fewer are militarised where the parties use armed force.

Για το ουσιαστικό προβληματίζομαι ανάμεσα σε ασυμφωνία, ασυμβατότητα και διαφορά, αλλά περισσότερο με προβληματίζει το contested. Ακούω προτάσεις χωρίς να σας επηρεάσω άλλο.
 
Σε πρώτη ανάγνωση, μου ταιριάζει το διαφιλονικούμενη/εριζόμενη
 
Last edited:

nickel

Administrator
Staff member
Η αρχική μου πρόταση ήταν «διαφιλονικούμενη διαφορά», αλλά στη συνέχεια σκέφτηκα ότι αυτό που «διαφιλονικείται» δεν είναι η διαφορά αλλά το αντικείμενο της διαφοράς. Έχω φτάσει σε μια προσωρινή φλύαρη πρόταση:
διαφορά μεταξύ δύο τουλάχιστον αντιμαχόμενων μερών / ομάδων
 
Εδώ επίσης διευκρινίζεται η φράση Contested incompatibility:

•The stated (in writing or verbally) generally incompatible positions.

•Incompatible positions are viewed as a defining property of the concept of conflict.

•The parties to the conflict have taken a position in favor of, or opposed to, a certain outcome, and an impossibility exists with respect to the positions being simultaneously realized.

•Example 1: territory X should be an independent state vs. territory X should be part of state Y.

•Example 2: state Z should be a one-party state vs.state Z should be a multi-party democracy.

•Stated positions are used since it would be impossible to observe underlying motivations and interests.

(The UCDP Armed Conflict Definition, Erik Melander, Professor of Peace and Conflict Research, Director of the Uppsala Conflict Data Program, Department of Peace and Conflict Research, Uppsala University)



Μετά από την ανάγνωση αυτών των διευκρινίσεων, πάει να μου ταιριάξει κάτι σαν «δεδηλωμένη ασυμβατότητα»…
 

nickel

Administrator
Staff member
Εδώ επίσης διευκρινίζεται η φράση Contested incompatibility:

•The stated (in writing or verbally) generally incompatible positions.
[...]
•Stated positions are used since it would be impossible to observe underlying motivations and interests.

Μετά από την ανάγνωση αυτών των διευκρινίσεων, πάει να μου ταιριάξει κάτι σαν «δεδηλωμένη ασυμβατότητα»…
Θα πρέπει να αφήσουμε το «δεδηλωμένη» για να αποδώσουμε το stated positions, δεδηλωμένες θέσεις. Που διαχωρίζουμε από τις άδηλες προθέσεις.

Θυμίζω και το contested του καθηγητή (μαζί με το explicit demand): Among those incompatibilities some are contested between at least two parties, i.e. include an explicit demand by one side where this demand is resisted by another side.
 

Severus

Active member
Πιστεύω πως πρέπει να κρατήσουμε το "ασυμβατότητα". Το ευρύτερο ειδικό συγκείμενο (διακειμενικά) ορίζει ως προς τι υφίσταται αυτή η ασυμβατότητα. Κατά μία ευρεία έννοια, πρόκειται σίγουρα για ασυμβατότητα συμφερόντων, η οποία προκαλεί [ένοπλες] συγκρούσεις εν προκειμένω. Παραθέτω αυτά που σκέφτηκα με σειρά προτίμησης:

1: Επίμαχη/Συγκρουσιακή ασυμβατότητα

2: Ασυμβατότητα [συμφερόντων] συγκρουσιακού χαρακτήρα, ρηξιακή ασυμβατότητα

3: Ασυμβατότητα κλιμακούμενη σε σύγκρουση

Πιο ανειμένη απόδοση, πιο κοντά στην ελληνική πραγματικότητα:

4: Θερμό επεισόδιο λόγω ασυμβατότητας
 
Last edited:

nickel

Administrator
Staff member
Πιο ανειμένη απόδοση, πιο κοντά στην ελληνική πραγματικότητα:
3: Θερμό επεισόδιο λόγω ασυμβατότητας
Σύμφωνα και με την περιγραφή του καθηγητή και τα πρώτα δύο σκέλη της, δεν υπάρχει κάτι «θερμό» στη φράση «contested incompatibility». Το «θερμό» βρίσκεται στη συνέχεια του ορισμού, με την «use of armed force».
 

Severus

Active member
Σύμφωνα και με την περιγραφή του καθηγητή και τα πρώτα δύο σκέλη της, δεν υπάρχει κάτι «θερμό» στη φράση «contested incompatibility». Το «θερμό» βρίσκεται στη συνέχεια του ορισμού, με την «use of armed force».
Ναι. Γι' αυτό και παρέθεσα αυτή την απόδοση στο τέλος ως τη λιγότερο προτιμότερη. Εξάλλου, σαφής ορισμός για το "θερμό επεισόδιο" δεν υπάρχει, εξ ου και "ανειμένη". Ασυμβατότητα δαγκωτό.
 

nickel

Administrator
Staff member
Ασυμβατότητα δαγκωτό.
Πόσο δαγκωτό; Εδώ και η «ασυμβατότητα χαρακτήρων» που θέλει το διαζύγιο, συνήθως αποδίδεται ως «ασυμφωνία χαρακτήρων». :-)
 

Severus

Active member
Θεωρώ πως, εφόσον είναι δόκιμες, οι μεταφράσεις όρων που δεν έχουν καθιερωθεί ακόμα σε ξένη γλώσσα είναι καλό να "αντικατοπτρίζουν" τον πρωτότυπο όρο. Το "incompatibility" μεταφράζεται και ως "ασυμβατότητα" και ως "ασυμφωνία", στον τεχνικό τομέα κυρίως "ασυμβατότητα", και έχουμε επίσης και το "ασυμβίβαστο" στον πολιτικό τομέα.
Η "ασυμφωνία" σε αυτό το συγκείμενο ακούγεται στα αυτιά μου λιγότερο έντονη από την "ασυμβατότητα". "Ασυμφωνία χαρακτήρων" (πάγια έκφραση που αναφέρεται στο διαζύγιο), όμως συμφέροντα που είναι "ασυμβίβαστα" (όχι ασύμφωνα). Λεπτή η γραμμή...
 

nickel

Administrator
Staff member
Καλημέρα. Υπό κανονικές (ορολογικές) συνθήκες, θα συμφωνούσα μαζί σου. Μ’ αρέσουν οι καλές αντιστοιχίσεις και οι διαφανείς αντιστρεψιμότητες. Ωστόσο, εδώ δεν ψάχνουμε τόσο για έναν καλό νέο όρο που να αντιστοιχεί στον αγγλικό όσο για μια απόδοση που να διευκολύνει τη διατύπωση και την κατανόηση του ορισμού. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο και μόνο πρότεινα τα πιο χαλαρά ασυμφωνία και διαφορά.
 
Ομολογώ πως κι εγώ δεν θα άλλαζα το ασυμβατότητα.
Τελευταία προσφορά μου:-) : επίμαχη ασυμβατότητα (βλ. και 1 Severus)
 

Palavra

Mod Almighty
Staff member
Καλημέρα,

Κι εγώ συμφωνώ με το «ασυμβατότητα». Παραθέτω σχετικά και τον ορισμό από το πανεπιστήμιο της Ουψάλας, από όπου και τα παραπάνω στοιχεία που μας έδωσε ο Νίκελ:

What is an incompatibility?
The concept of an incompatibility is central to the UCDP’s gathering of data on armed conflict, being an essential part of the definition. Theoretically an incompatibility is a disagreement between at least two parties where their demands cannot be met by the same resources at the same time. In other words, their positions are incompatible, since both sides lay claim to the same scarce resource(s). Such a disagreement is central to when social conflicts emerge, since an unlimited supply of a resource can satisfy all parties for all time.
In the UCDP’s definition of an armed conflict a stated incompatibility can concern government, territory, or both. In other words an armed conflict may erupt when two competing sides lay claim to the same piece of territory, or the same right to rule a country. These two categories have been arrived at empirically, through studying the main stated reasons for organised violence during the 1980s (Heldt, 1993, p.33-34).

Πιστεύω ότι είναι εμφανές ότι μιλάμε για «ασυμβατότητα» αναγκών και/ή θέσεων. Εδώ βλέπω μια ανάλυση ακόμα, από όπου προκύπτει ότι ο Νίκελ έχει δίκιο, και μια contested incompatibility δεν καταλήγει πάντα σε ένοπλη σύρραξη ή καν σε χρήση βίας. Από την ίδια πηγή, μια περαιτέρω διασαφήνιση:


We define conflict—at the basic level of a concept—as a contested incompatibility, where “incompatibility” refers to an “incompatible difference of objective … a desire on the part of both contestants to obtain what is available only to one, or only in part.” “Contested” implies that the contestants pursue their objectives in a manifest and active manner (criterion a). [...] Criterion a ensures that incompatibilities are publicly displayed, with contestants actively pursuing their objectives. Hence, the mere presence of potentially contentious issues such as inequality does not by itself constitute an incompatibility unless the relevant actors mobilize and articulate specific claims.

Από ό,τι διάβασα, ο ορισμός του contest που ταιριάζει εδώ είναι αυτός, οπότε έχει και πάλι δίκιο ο Νίκελ που προτείνει «διαφιλονικούμενες»:

[+ object] : to try to win (something)
  • She plans to contest a seat in Congress next year.
  • Both candidates have agreed to another debate before this hotly/bitterly contested election.


Ως προς την απόδοση, η γνώμη μου είναι ότι υπάρχουν 2 οδοί:

  1. Θα αποδοθεί ο όρος με μεταφραστικό δάνειο, και μετά ο ορισμός ή η αποσαφήνισή του θα εξαρτάται από το συγκείμενο. Αυτό είναι κάτι σύνηθες σε τέτοιες περιπτώσεις, οπότε δεν ξενίζει. Οπότε, σ' αυτό το πλαίσιο θα έλεγα διαφιλονικούμενη ασυμβατότητα.
  2. Θα αποδοθεί ο όρος με ερμηνεία. Εδώ το μόνο που με προβληματίζει είναι ο δείκτης μπλαμπλά, ότι δηλαδή οι 2 λέξεις της αγγλικής σύναψης θα γίνουν περισσότερες στα ελληνικά. Αν όμως δεν μας ενδιαφέρει αυτό και προτιμούμε την ακρίβεια, τότε ασυμβατότητα που εκδηλώνεται ως διαφιλονίκηση.
 
Θα αποδοθεί ο όρος με ερμηνεία. Εδώ το μόνο που με προβληματίζει είναι ο δείκτης μπλαμπλά, ότι δηλαδή οι 2 λέξεις της αγγλικής σύναψης θα γίνουν περισσότερες στα ελληνικά. Αν όμως δεν μας ενδιαφέρει αυτό και προτιμούμε την ακρίβεια, τότε ασυμβατότητα που εκδηλώνεται ως διαφιλονίκηση.
Ίσως πιο συνοπτικά: «υπό διαφιλονίκηση». Προσωπικά θα ψήφιζα το «επίμαχη», ωστόσο.
 

Palavra

Mod Almighty
Staff member
Προσωπικά, δεν θα προτιμούσα το «επίμαχος» γιατί μπορεί να σημαίνει και «concerned». Εδώ επίσης, δεν είναι υπό διαφιλονίκηση η ασυμβατότητα, αλλά η ασυμβατότητα οδηγεί σε διαφιλονίκηση. Μπορούμε ίσως να προτιμήσουμε το «διαφιλονικούμενη» αν επιλέξουμε να είμαστε σύντομοι αν και όχι 100% σαφείς :)
 

Severus

Active member
Λόγω της παθητικής μετοχής, το «διαφιλονικούμενη» δηλώνει ότι η ασυμβατότητα βρίσκεται υπό αμφισβήτηση. (Έτσι το βλέπω εγώ τουλάχιστον). Χάνεται η ορθή σχέση αιτίου-αιτιατού. Όπως επισημαίνεις, η ασυμβατότητα είναι ο παράγοντας που οδηγεί σε/πυροδοτεί τη διαφιλονίκηση.
Επομένως, το επίμαχος λόγω της πολυσημίας του, θα ταίριαζε περισσότερο, καθώς μπορεί να σημαίνει «διαφιλονικούμενος», αλλά και:
  1. που αφορά ζήτημα που θεωρείται πρόβλημα και συνήθως δεν υπάρχει μία άποψη επί αυτού/για αυτό.
    https://el.wiktionary.org/wiki/επίμαχος
Η υπόθεση γίνεται πιο περίπλοκη όσο την αναλύουμε και καλά κάνει. Η απόδοση, πάντως, θα πρέπει να δηλώνει τη σχέση αιτίου-αιτιατού, ότι πρόκειται για ασυμβατότητα (αίτιο) που οδηγεί σε διαφιλονίκηση (αιτιατό). Ίσως, επομένως, και «συγκρουσιακή ασυμβατότητα» - ή κάτι σχετικό (αν θέλουμε ένα επίθετο) - κατά αναλογία προς τη «συγκρουσιακή σχέση». Ή πιο περιφραστικά: Ασυμβατότητα πυροδοτούσα/προξενούσα διαφιλονίκηση/διαμφισβήτηση.
 

Palavra

Mod Almighty
Staff member
Όπως έγραψα παραπάνω, η πρώτη μου επιλογή αποτελεί μεταφραστικό δάνειο. Αυτή η περίπτωση δεν είναι απαραίτητο να έχει ορολογική διαφάνεια ή να μεταφράζει τον όρο. Πρβλ. ροκανίσματα, η κορυφή του παγόβουνου, λέξη-κλειδί, κ.λπ. Οπότε εκεί χρειάζεται δανεισμός 1:1, εξού και «διαφιλονικούμενη αμφισβήτηση».

Επιπλέον, το διαφιλονικώ με την έννοια που το πρότεινε ο Νίκελ και με την οποία συμφωνώ σημαίνει διεκδικώ, δηλαδή ό,τι ακριβώς και το contest με την έννοια που το παραθέτω παραπάνω. Ο όρος δεν ενέχει υποχρεωτικά το στοιχείο της «σύγκρουσης». Αυτό που λέει είναι ότι υπάρχει μια ασυμβατότητα μεταξύ απόψεων δύο ενδιαφερόμενων μερών για παράδειγμα ως προς την κυριότητα ενός φυσικού πόρου, και αυτό οδηγεί σε διεκδίκηση του πόρου εκατέρωθεν, χωρίς υποχρεωτικά να καταλήγει η διεκδίκηση αυτή σε καβγά.
 
Top