chutzpah = θράσος

nickel

Administrator
Staff member
Με τις θετικές (τόλμη, τσαγανό) και τις αρνητικές (αναίδεια) συνδηλώσεις της λέξης. Εβραϊκής προέλευσης, προφέρεται [χούτσπα] και το ανεβάζω επειδή το πρόφερα λάθος ως τώρα.

http://en.wikipedia.org/wiki/Chutzpah
Chutzpah (pronounced /ˈxʊtspə/) is the quality of audacity, for good or for bad. The word derives from the Hebrew word ḥuṣpâ (חֻצְפָּה), meaning "insolence", "audacity", and "impertinence." The modern English usage of the word has taken on a wider spectrum of meaning, however, having been popularized through vernacular use, film, literature, and television.

In Hebrew, chutzpah is used indignantly, to describe someone who has over-stepped the boundaries of accepted behavior with no shame. But in Yiddish and English, chutzpah has developed ambivalent and even positive connotations. Chutzpah can be used to express admiration for non-conformist but gutsy audacity. Leo Rosten in The Joys of Yiddish defines chutzpah as "gall, brazen nerve, effrontery, incredible 'guts,' presumption plus arrogance such as no other word and no other language can do justice to." In this sense, chutzpah expresses both strong disapproval and a grudging admiration.

The word has also entered Polish and German from Yiddish and is written as "hucpa" in Polish and "Chuzpe" in German. It likewise means arrogance, audacity and shamelessness.

One example given of the ultimate of chutzpah is: "A boy, having just been convicted of murdering his parents, begs the judge for leniency because he is an orphan."

Από την κριτική της αγγλικής ταινίας που είδα χτες, London to Brighton:
With little in the way of money, with a partly non-professional cast and with plenty of chutzpah, the young British film-maker Paul Andrew Williams has written and directed a cracking debut feature with enough clout to kick the door in.
http://www.guardian.co.uk/film/2006/dec/01/drama
 

drsiebenmal

HandyMod
Staff member
Για τη γερμανόγλωσση οπτική (αφού τα γίντις είναι βέβαια «υπερτοπική διάλεκτος των γερμανικών») επιτρέψτε μου να προσθέσω τη μετάφραση από το αρχικό μέρος (μέχρι το ανέκδοτο με τον ορφανό) στο αντίστοιχο λήμμα στη γερμανική βίκι (που προφανώς σε πολλά σημεία συμβαδίζει με το κείμενο που παραθέτει πιο πάνω ο Νίκελ). Σημειώνω ότι οι γερμανόφωνοι γράφουν και προφέρουν «χούτσπε»:

Η λέξη chuzpe [xʊtspə] προέρχεται από το חוצפה [chùtzpe] στα γίντις που προέρχεται με τη σειρά του από το εβραϊκό חצפה [chuzpà] και σημαίνει «θράσος, ιταμότητα, αυθάδεια», ένα μείγμα στοχευμένης, ευφυούς ξεδιαντροπιάς, γοητευτικής επιμονής και ακαταμάχητου θράσους.

Στην εβραϊκή γλώσσα, η λέξη έχει μια αρνητική χροιά και χαρακτηρίζει κάποιον που, για εγωιστικούς λόγους, ξεπερνάει τα όρια της ευγένειας. Στα γίντις και στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες συνυπάρχει και η αποδοχή μιας κοινωνικής αφοβίας. Εδώ αναφέρεται ο όρος χούτσπε κυρίως όταν κάποιος προσπαθεί σε μια πρακτικά απελπιστική κατάσταση να αποκομίσει με το θράσος του ό,τι θετικό μπορεί.

Παραδείγματα:
Η σημασία της λέξης απεικονίζεται ικανοποιητικά με διάφορα παραδείγματα:

Αναφέρεται συχνά ο διάλογος του ζητιάνου Ρεμπ Ναχούμ (στην καθημερινή χρήση, ρεμπ είναι ο ραβίνος) και του ραβίνου του χωριού Ανατέβκα (του χωριού στο «Βιολιστή στη στέγη»), όπου ακόμη και το όνομα του ζητιάνου είναι ήδη μια μορφή χούτσπε, καθώς παίζει με το όνομα του χιουμορίστα συγγραφέα του μιούζικαλ, Ναχούμ Ραμπίνοβιτς):

Ρ.Ν.: «Δώσε κάτι, αφεντικό! Έστω κάτι λίγο, παρακαλώ!»
Ραβίνος: «Να Ρεμπ Ναχούμ, πάρε ένα καπίκι.»
Ρ.Ν.: «Πώς; Μόνο ένα καπίκι; Την προηγουμενη βδομάδα μούδωσες δύο!»
Ραβίνος: «Όι..., ήταν άσχημη βδομάδα.»
Ρ.Ν.: «Κι όταν εσένα δεν σου πάει καλά η βδομάδα πρέπει να υποφέρω εγώ;»
 
Top