ορυκτή προέλευση

Θεωρείτε σωστό ή λάθος το «ορυκτή προέλευση»; Σύμφωνα με το ΛΚΝ, ορυκτή είναι αυτή που είναι ορυκτό ή προέρχεται από ορυκτό, ενώ για το ΛΝΕΓ είναι αυτή που εξορύσσεται από τη γη. Θα λέγατε όμως ότι ορυκτή είναι και αυτή που «σχετίζεται με τα ορυκτά», όπως η προέλευση;
 
Έχω την εντύπωση πως θα ήταν λάθος, όπως η "νοητή προέλευση" δεν είναι η προέλευση του νοητού, αλλά αυτή που μπορεί να νοηθεί, και η "αόρατη προέλευση" δεν είναι η προέλευση του αοράτου. Έψαξα να βρω μια εξήγηση στις σημασίες των ρηματικών επιθέτων σε -τος, αλλά δεν είμαι σίγουρη για τα επόμενα βήματα.
 
Ένα από τα ευρήματα στα Google Books προέρχεται από το ΛΝΕΓ, που όντως χρησιμοποιεί το «ορυκτής προέλευσης» στο λήμμα «έλαιο».
 

Zazula

Administrator
Staff member
Προσωπικά θα το χρησιμοποιούσα χωρίς καν ιδιαίτερη σκέψη, μου φαίνεται φυσικότατο.
 

anepipsogos

Active member
Το Χρηστικό στο "ορυκτός": που σχετίζεται με τα ορυκτά ή προέρχεται από αυτά
 

daeman

Moderator
Staff member
Και από το ΛΚΝ:

λιπαντικός -ή -ό [lipandikós] Ε1 : 1. που είναι χρήσιμος, κατάλληλος για τη λίπανση1, που αναφέρεται σε αυτή: Λιπαντικές μέθοδοι / ουσίες. Λιπαντικά υλικά / υγρά / λάδια. 2. (ως ουσ.) το λιπαντικό: α. ουσία ελαιώδης, παχύρρευστη (και σπανιότ. στερεή), ορυκτής συνήθ. προέλευσης, που χρησιμοποιείται για τη λίπανση των κινητών μερών των μηχανών: Tο γράσο είναι από τα πιο συνηθισμένα λιπαντικά. β. ό,τι χρησιμοποιείται για λίπανση.

πισσάσφαλτος η [pisásfaltos] Ο36 : φυσική ή κατεργασμένη καθαρή άσφαλτος, ορυκτής προέλευσης ή προϊόντος πετρελαίου, που χρησιμοποιείται κυρίως για την επίστρωση δρόμων.

https://tinyurl.com/y36c789b
 
Top