καμπούνι (πρόστεγο) - πώς ετυμολογείται;

drsiebenmal

HandyMod
Staff member
Σε άρθρο της Βικιπαίδειας διαβάζω:

Ως υπερκατασκευή (superstructure) στη ναυπηγική ονομάζεται το κατασκεύασμα, που βρίσκεται πάνω από το κύριο κατάστρωμα που εκτείνεται από πλευρά σε πλευρά καλύπτοντας σε μήκος ένα μέρος του καταστρώματος. Ενώ σε αντιδιαστολή υπερστέγασμα (deckhouse) ονομάζεται το κατασκεύασμα στον ίδιο χώρο που δεν εντείνεται καθ΄ όλο το πλάτος του καταστρώματος (από πλευρά σε πλευρά του πλοίου). Συνεπώς οποιαδήποτε κατασκευή υπέρ το κύριο κατάστρωμα μικρότερου μήκους αυτού και που απέχει από κάθε πλευρά του πλοίου λιγότερο από 305 mm θεωρείται «υπερκατασκευή». Τέτοιες υπερκατασκευές είναι το πρόστεγο ή καμπούνι (forecastle), το μεσόστεγο ή γέφυρα (bridge) και το επίστεγο ή κάσσαρο ή πούπι (poop).

Το κάσσαρο ετυμολογείται από το παλ. ιταλικό cassaro, αλλά δεν μπόρεσα να εντοπίσω την προέλευση της λ. καμπούνι. Ιδέες;

 

drsiebenmal

HandyMod
Staff member
Και εδώ βλέπουμε μια φωτογραφία που συνδυάζει την ερώτηση σε αυτό το νήμα, το δημοφιλές νήμα για τις αυτόματες περίπου μεταφράσεις και το άλλο δημοφιλές νήμα για το φαγητό που σου φτιάχνει τη διάθεση:

1613235489087.png
 

daeman

Moderator
Staff member
Το μόνο αξιόπιστο που βρίσκω, χωρίς όμως να δίνει ετυμολογική λύση, είναι από το βιβλίο του Ν. Σαραντάκου «Λέξεις που χάνονται» όπου περιέχεται και η λέξη καμπούνι: «Η λ. πρέπει να είναι δάνειο από τα ιταλικά, ωστόσο σε κανένα σύγγραμμα δεν έχω βρει την ετυμολογία της. Τα νεότερα λεξικά, άλλωστε, δεν έχουν τη λέξη».

Η πηγή της μάλλον πρέπει να αναζητηθεί σε παλαιά λεξικά ιταλικής ή βενετικής, έχοντας υπόψη και την παραφθορά που πιθανόν να υπέστη κατά τη μεταφορά.

Από την άλλη, πάλι από τον συνονόματο, για τον πληθυντικό Καμπούνια (και τον τόπο όπου μεγάλωσα):
«Τα Ιλίσια βρίσκονται στις παρυφές της Αθήνας· η περιοχή Κουπόνια που ανήκει στον Δήμο Ζωγράφου στο μεγαλύτερο τμήμα της, δεν πήρε το όνομά της, όπως θέλει ο επεξηγηματικός μύθος, από κάποια κλήρωση οικοπέδων, που τάχα έγινε μεταξύ των οθωμανών στην τουρκοκρατία. Η παλιότερη ονομασία ήταν Καμπούνια και μετά Καπούνια, Κουπούνια, Κουπόνια. Καμπούνια, δηλαδή υψώματα, σαν το καμπούνι, το πρόστεγο των πλοίων.»


Κατά τα άλλα, Καρκαβίτσας, από το προλόγισμα στην πρώτη δημοσίευση του διηγήματος «Η τέντα των ναυτικών» (ή Ο κάτω κόσμος) στην Εστία (τ. 46, 1893):

Όλο το τσούρμα αναγάλλιασε σαν άκουσε την υπόσχεση του Ματζαβράκου, πως θα έλεγε ένα μύθο ναυτικό. Αμέσως όποιος ήταν ορθός εκαλοκάθισε, όποιος εκαθότουν άπλωσεν αναπαυτικά της αρίδες του, όποιος ήταν μακρυά ήρθε κοντήτερα, κ' εγώ εκάθισα 'ς τη συνηθισμένη θέση μου, 'ς τον παλαμαροδέτη του καμπουνιού των θερμαστάδων.


και Καραγάτσης (εκτός από τον Γιούγκερμαν), στο διήγημα «Τρεις αδερφοί», Νεοελληνικά Γράμματα, 30-11-1940:

Ο ανθυπασπιστής πήδηξε στη βάρκα και σήκωσε το καπάκι του καμπουνιού της πλώρης.
...
Καθώς έλαμνα, τον είδα που σώριασε τα ψάρια στο μεγάλο κοφίνι. Ύστερα άνοιξε το καπάκι του καμπουνιού, πήρε τους δυναμίτες και τους έκρυψε καλά κάτω από τίς συναγρίδες, σε τρόπο να ξεβγαίνει το φυτίλι έξω απ' το καλάθι.



και βέβαια Καββαδίας:


Τη νύχτα σου 'πα στο καμπούνι μια ιστορία,
την ίδια που όλοι οι ναυτικοί λένε στη ράδα,
τα μάτια σου τα κυβερνούσε σοροκάδα
κι όλο μουρμούριζες βραχνά: «Φάλτσο η πορεία...»



Κι έκοβε μόνο τη σιγήν ο χτύπος της καμπάνας
που απάνου στο καμπούνι, αργά, χτυπούσε των ωρών
το πέρασμα, μ’ ένα βαρύ μα λυπημένον ήχο,
που πνίγονταν μες στη βοή του αγέρα ή των νεκρών.



και Παναγής Αντωνόπουλος:

Ορίζοντες, στραβά γυαλιά
Μπούσολα και πορείες
Του καμπουνιού σου ψευδολάγνες ιστορίες
για δυο γοργόνες και μια κόστα τροπικιά.




Τριβίδι γαστριμαργικό: καμπούνια (στη Σάμο τουλάχιστον) λέγονται και τα κρεμμυδοβλάσταρα, ίσως γι' αυτό και αναφέρονται στο φαγητό στο δεύτερο ποστ.
 
Last edited:
Έτσι αυθόρμητα σκέφτηκα το " campagna" όπως στον όρο "camera della campagna" δλδ. αποθήκη προμηθειών.

Forecastle

noun: nautical
a superstructure at or immediately aft of the bow of a vessel, used as a shelter for stores, machinery, etc., or as quarters for sailors. (dictionary.com)
 

daeman

Moderator
Staff member
companion [13] Etymologically, your companion is someone who shares your ‘bread’ with you. It comes, via Old French compaignon, from Vulgar Latin *compāniō, a compound noun formed from Latin com- ‘with’ and pānis ‘bread’. The Old French stem compaign- also formed the basis of compaignie, from which English gets company [13]. Compare MATE.

The companion of companionway ‘stairway on a ship’ [18] is of similar but distinct origin. It comes ultimately from Vulgar Latin *compānia, a compound noun meaning ‘what one eats with bread’, formed from Latin com- ‘with’ and pānis ‘bread’. In Italian this became campagna ‘provisions’, which was used in the phrase camera della campagna ‘(ship’s) storeroom’. The meaning of the phrase eventually passed to campagna on its own, and was carried via Old French compagne to Dutch kompanje, which meant ‘quarterdeck’. English borrowed this, and adapted it to the more familiar English pattern companion.


Word Origins, John Ayto
 
Last edited:

daeman

Moderator
Staff member
Opera Στιγμιότυπο_2021-02-14_015714_issuu.com.png

Opera Στιγμιότυπο_2021-02-14_015802_issuu.com.png


Glossaire nautique : répertoire polyglotte de termes de marine anciens et modernes (A-J), Auguste Jal, 1848


Companionway is one of those words I’ve seen from time to time and never bothered to look up; the general sense ‘something you walk along on a ship’ sufficed for my purposes. But in reading Jane Stevenson’s The Winter Queen (I’m on a 17th-century kick these days) I hit the line “she pointed him speechlessly towards the stairs, steep as a ship’s companionway” and realized I had a completely misleading, if vague, image of a companionway, so I looked it up. Turns out it’s (in Merriam-Webster’s words) ‘a ship’s stairway from one deck to another’; M-W says it’s from companion ‘a hood covering at the top of a companionway’ and derives that “by folk etymology from Dutch kampanje poop deck.” You mean it has nothing to do with the usual word companion? thought I—but it turns out it’s not that simple. Here’s the OED:

companion, n.2 Naut.
cf. Du. kompanje, now usually kampanje, ‘quarterdeck’ (i.e. above the cabin in the old ships of the line), … corresp. to OF. compagne ‘chambre du majordome d’une galère’ (Littré), It. compagna, more fully chambre de la compagne, camera della compagna, expl. by Jal as ‘chambre aux vivres journaliers, cambuse’ (see caboose), from It. and med.L. compagna, OCat. companya = companage, compānāticum, ‘vivres, provisions de bouche’ (Jal).
The (camera della) Compagna was thus originally the pantry or store-room of provisions in the mediæval galley, found already in 14th c. Pantero-Pantera,
Armata Navale (Rome 1613) iv. 45, describes it as ‘la camera della Campagna, che serve come una dispensa, nella quale sta il vino, il companatico, cioè carne salata, il formaggio, l’oglio, l’aceto, i salumi, e l’altre robbe simili’ (Jal). The name has passed in Du. and Eng. to other structures erected on the deck. In Eng. corrupted by sailors into conformity with COMPANION1 (to which it is indeed related in origin).
So a Vulgar Latin word meaning ‘what one eats with bread’ (cum pane) becomes a Romance word for ‘provisions’ and thus (via a phrase ‘room for provisions, ship’s storeroom’) to a particular cabin and then the deck associated with it, but its Dutch form kompanje sounded enough like the word for ‘someone who shares your bread with you’ that English sailors pulled it back into that form. Lovely! (But why does M-W ignore this backstory and leave the word’s history at the Dutch phase?)
http://languagehat.com/companionway/
 
Last edited:

Earion

Moderator
Staff member
Έκανα κι εγώ μια πρόχειρη έρευνα σε λεξικά της ιταλικής και μάλιστα και της βενετσιάνικης διαλέκτου, αλλά δεν βρήκα τίποτα.
Προσωπικά δεν θα αναζητούσα το σύνδεσμο στο campagna ούτε στο companion. Με βάση το πώς μεταφέρθηκαν στα ελληνικά άλλες ιταλικές λέξεις προσπαθούσα να βρω κάτι που να πλησιάζει το *campone ή *cambone ή *campugno ή κάτι παρόμοιο.
 

drsiebenmal

HandyMod
Staff member
Υπάρχουν άλλοι δυο δρόμοι που έψαξα, αδιέξοδα. Η μια είναι κάποια πιθανή συσχέτιση με τo μπούνι («μικρό άνοιγμα στα πλευρά του πλοίου για να φεύγουν τα νερά από το κατάστρωμα») από το bugna, αλλά δεν μπορώ να σκεφτώ μηχανισμό για να προκύψει από εκεί το καμπούνι. Ο άλλος (που ενισχύεται ίσως και από το #3) είναι ότι υπάρχει το όνομα Καμπούνι/Καμπουνί σε αραβόφωνες χώρες. Πιθανότατα είναι άσχετο, αλλά ίσως υπάρχει εδώ κάποια επιρροή αραβικών μέσω τουρκικών (ίσως έχουν σχέση τα κρεμμυδοβλάσταρα...).

Μου φαίνεται πάντως αρκετά πειστική η συσχέτιση με το compagna κλπ.
 
To είχα ψάξει αρκετά, τότε παλιά, χωρίς να βρω τίποτα θετικό.
Η λέξη δεν υπάρχει (περιέργως;) στο σύγγραμμα αναφοράς για τους ναυτικούς όρους, το The Lingua Franca in the Levant.
 

daeman

Moderator
Staff member
Μου φαίνεται πως άλλο είναι η «κουμπάνια» ("ενθέμιον"/ "αρτοθήκη"):

και άλλο το «καμπούνι» ("πρόστεγον"):

Έτσι φαίνεται. Προσθέτω κι αυτά εδώ από τα «Συνώνυμα και συγγενικά: Τέχνες και σύνεργα» του Βλαστού (1931):


Κουμπάνια - Συνώνυμα & Συγγενικά.png


Καμπούνι - Συνώνυμα & Συγγενικά.png
 

daeman

Moderator
Staff member
Και από τον Ηπίτη για την κουμπάνια, provisions de bouche όπως γράφει και το OED στο λήμμα για το companion 2:

κουμπάνια - Ηπίτης 1.png

κουμπάνια - Ηπίτης 2.png


Για το καμπούνι έχει μόνο «το πρόστεγον».
 
Top