ανομία = lawlessness | unlawfulness | lawless act, offence, transgression | iniquity | (κοινων.) anomie, normlessness

nickel

Administrator
Staff member
Δεν έχω καμιά διάθεση να αναμιχθώ στη διαφωνία του Γιάννη Χάρη και του Ανδρέα Παππά ως προς τη σημασία και τη χρήση της λέξης ανομία (Γιάννη Η. Χάρη, «Ευφυΐα και κουτοπονηριά των λέξεων»· Ανδρέα Παππά, «Παρανομία και ανομία», the books’ journal, τευχ. 28/2-2013, σελ. 23), αλλά είχα την εντύπωση ότι υπάρχει αρκετό υλικό που ορίζει και τη σημασία και τις χρήσεις της ανομίας.

Μπορεί στο ΛΚΝ να έχουμε ένα φτωχό «(συνήθ. πληθ.) : (λόγ.) παράνομη και ανήθικη πράξη· αμάρτημα, κρίμα: Ο Θεός τον τιμώρησε για τις ανομίες του», αλλά στον Γεωργακά έχουμε ένα πλουσιότατο λήμμα με πολλά παραδείγματα για όλες τις σημασίες — εκτός από την κοινωνιολογική. Στο ΛΝΕΓ έχουμε και την κοινωνιολογική:

ανομία (η) {ανομιών} 1. (κυριολ.) η έλλειψη ή ανυπαρξία συστήματος νόμων, τάξεως 2. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. κατάσταση κοινωνικής αποδιοργάνωσης και έλλειψη κοινωνικής συνοχής, όπου η σύγκρουση των συστημάτων αξιών σε συνδυασμό με τη χαλαρότητα των κοινωνικών κανόνων (των ηθικών αρχών, των νόμων) ισοδυναμεί με απουσία τους για εκείνους που τη βιώνουν ΑΝΤ. κοινωνική συνοχή 3. (συνεκδ.) η παράβαση νόμου, η παράνομη πράξη: κάποια μέρα θα σε σύρουν στον εισαγγελέα για τις ~ σου ΣΥΝ. αδικία, παρανομία· κυρ. ΘΡΗΣΚ. πράξη ή πορεία ζωής που παραβαίνει τον νόμο τού Θεού και το συνεπαγόμενο αίσθημα ενοχής ΣΥΝ. αμάρτημα, αμαρτία, ανόμημα. [ΕΤΥΜ. αρχ., αρχική σημ. ‘έλλειψη νόμων, αδιαφορία για τους νόμους’, < άνομος]. (ΛΝΕΓ)

ανομία [anomía] η, (& D ανομιά) (L)
1. lawlessness (syn ανυπαρξία νόμων):
η παρανομία και η ανομία είναι οι μεγάλες αρρώστιες που τρώνε και εξολοθρεύουν τα έθνη (Rotas) | διεπιστώναμε ότι στον κόσμο του πνεύματος έχει εγκαθιδρυθεί η ανομία και η αταξία (Georgoulis)
2. trespassing the laws or a law, unlawfulness (syn παράβαση των νόμων, του νόμου, παρανομία):
οι δημαγωγοί μπορούν να σύρουν το λαό στην ανομία και στο έγκλημα (Prevelakis) | οι κύριοι αυτοί γνοιάζονται μόνο πώς θα παρατείνουν με κάθε τρόπο την ανομία τους | αν πρόκειται να κατασχεθούν τα προϊόντα που προέρχονται από την ανομία, τελευταία έρχεται η επαίτις (Palaiologos) | poem εδώ είναι η σάλπιγγα που γκρεμίζει το παλάτι και φαίνεται η βασίλισσα μέσα στην ανομία (Seferis) | προστάτεψέ με, Kύριε, απ’ τους κακούς ανθρώπους, μη με πλανέψουν με ψευτιές και με την ανομία (DLampropoulos)
3. lawless act, wrong done, offense, crime, transgression (syn αδίκημα, ανόμημα 1, κρίμα, παράνομη πράξη):
μελίσσι ανομιών | θα μάθουν την ανομία του | κάποιες ανομίες του τον έφεραν στη φυλακή | κανείς δεν μετάνοιωνε για τις ανομίες του (Karagatsis) | καταπλήσσει τους ανθρώπους με τις ανομίες του (Ouranis) | με το νόμο του Θεού χτύπησε τις ανομίες των βασιλιάδων (Plaskovitis) | ένα μακρύ τηλεγράφημα ιστορεί τις τελευταίες ανομίες των κομμουνιστών (Zalokostas) | πού ξέρεις αν ο πόλεμος δεν είναι η δίκαιη οργή του Θεού για τις ανομίες των αχάριστων ανθρώπων; (ADoxas) | poem εκείνος ανομιά δεν έπραξε ποτέ του σε κανέναν (Homer Od 4.693 Kaz-Kakr) | από τις ίδιες τους εχάθηκαν τις ανομιές εκείνοι (ib 1.7) | ανομίες εμίαναν τα χέρια μου, πώς να τ' ανοίξω; (Elytis) | εγώ πρώτος θα γνώριζα τις ανομίες μου και τις αμαρτίες μου / κι αυτές θα με καταδίκαζαν στα μάτια μου για πάντα (Chakkas)
3a. sin, iniquity (syn αμάρτημα 2, αμαρτία 2):
από τις ανομίες μας κινδυνεύει η λευτεριά μας (Melas) | άλλοι, πιο δειλοί, προσπέσανε στ' αγάλματα των θεών, θλιβεροί ικέτες που αγωνίζονται να εξαγοράσουν τις ανομίες τους (Roufos) | της είπε· η Eκκλησία ήξερε πως το σπέρμα της ανομίας βλαστάνει μέσα στη γαστέρα σου· μα ο άνθρωπος, μ' όποιο τρόπο κι αν γεννιέται, είναι πλάσμα του Θεού (Karagatsis) | καρπός της ανομίας της γυναίκας | ο πατέρας έπνιξε την κόρη του φράζοντας τη μύτη και το στόμα· θα της πάτησε και την κοιλιά που στεγάζει τον καρπό της ανομίας (Palaiologos)
[fr MG ανομία ← K (papyri etc), PatrG ← AG]
(Γεωργακά)

Στα αγγλικά ο κοινωνιολογικός όρος διατηρεί τη γαλλική ορθογραφία anomie, αφού προέρχεται από έργο του Ντιρκέμ (Durkheim) και χρησιμοποιείται για να περιγράψει την απουσία / έλλειψη κοινωνικών κανόνων (norms) (normlessness δίπλα στο lawlessness).

OED: anomie Absence of accepted social standards or values; the state or condition of an individual or society lacking such standards.

http://en.wikipedia.org/wiki/Anomie
 

nickel

Administrator
Staff member
Στα αγγλικά ο κοινωνιολογικός όρος διατηρεί τη γαλλική ορθογραφία anomie, αφού προέρχεται από έργο του Ντιρκέμ (Durkheim) και χρησιμοποιείται για να περιγράψει την απουσία / έλλειψη κοινωνικών κανόνων (norms) (normlessness δίπλα στο lawlessness).

OED: anomie Absence of accepted social standards or values; the state or condition of an individual or society lacking such standards.

http://en.wikipedia.org/wiki/Anomie

Το λέω ότι ο κοινωνιολογικός όρος διατηρεί τη γαλλική ορθογραφία. Έκλεψα λίγο ως προς το OED, όπου έχουμε το λήμμα anomy, με δεύτερη σημασία, που αρχίζει: «Also commonly in French form anomie».

Ωστόσο, στα διαβάσματά μου το βρίσκω σχεδόν πάντα με τη γαλλική ορθογραφία. Ενδεικτικά, στα γκουγκλοβιβλία έχουμε τις εξής σχέσεις:

anomy + normlessness 963 ευρήματα
anomie + normlessness 17.200 ευρήματα

Το λήμμα της αγγλικής Wikipedia σνομπάρει κανονικότατα την πρώτη ορθογραφία.
 
Top