Έμπλεξα κι εγώ με το ίδιο θέμα τις προάλλες που περνούσα κάτι ονόματα στο OpenStreetMap… Έχει χρήσιμα στοιχεία το
Εθνικό Γεωγραφικό Λεξικό, αλλά τα τοπωνύμια τα δίνει συνήθως στην ονομαστική, και άντε να βγάλεις άκρη πού χρησιμοποιούνται στη γενική και πού όχι. Γιατί όρμοι «Κιόνι», «Αφάλες» και «Πόλις» αλλά «Φρικών» και «Σκίνου»; Γιατί προς τα εκεί δείχνουν τα διαδικτυακά ευρήματα, βασικά. (Θα ήταν χρήσιμος ένας καλός ναυτικός χάρτης, αλλά δεν έχω τέτοιον.)
Αλλά λογικά πρόκειται για την ίδια κατάσταση που
περιγράφεται παραπάνω για τα ρέματα: άλλο να δώσεις ένα όνομα στον ίδιο τον όρμο (ή στην παραλία που βρίσκεται στον μυχό του), το οποίο μπορεί άνετα να είναι στην ονομαστική, και άλλο να παίρνει ο όρμος το όνομα κάποιου γειτονικού χωριού, στην οποία περίπτωση η γενική σχεδόν επιβάλλεται.
Δεν απαντήσαμε όμως γιατί λέμε:
ο ποταμός Αχελώος, του ποταμού Αχελώου
η λίμνη Κερκίνη, της λίμνης Κερκίνης
το όρος Μαίναλο, του όρους Μαινάλου
Μήπως επειδή είναι ίδιο γένος και αριθμός; Πρέπει να ανοίξω γραμματικές;
Χμ… Για να το ψάξουμε λίγο παραπάνω αυτό.
Οι
λίμνες είναι εύκολες, καθότι τα ονόματά τους είναι είτε θηλυκά είτε στη γενική — με εξαίρεση την αρσενική Οζερός, που την είχα για άκλιτη αλλά φαίνεται πως δεν είναι.
Τα
ποτάμια είναι κι αυτά σχετικά εύκολα: τα περισσότερα έχουν αρσενικά ονόματα. Αν πάρουμε άλλες περιπτώσεις, τα «ποταμού Μαυρονερίου» δεν έχουν ούτε διπλάσια γκουγκλοευρήματα από τα «ποταμού Μαυρονέρι», αλλά τα «ποταμού Νέδα» είναι 13πλάσια από τα «ποταμού Νέδας».
Στα
βουνά η εικόνα θολώνει. Τα «όρους Πάρνωνα» και «όρους Καλλιδρόμου» υπερτερούν ξεκάθαρα των άκλιτων εκδοχών, αλλά από την άλλη, τα «όρους Πηλίου» και «όρους Πήλιο» δεν απέχουν πολύ μεταξύ τους, ο Παρνασσός είναι περίπου στα ίδια, τα «όρους Γράμμου» είναι σχεδόν μισά από τα «όρους Γράμμος» (αμφότερα γραμμένα σχεδόν ανεξαιρέτως με δύο μι) και τα «όρους Περιστερίου» είναι ελάχιστα σε σχέση με τα αντίστοιχα άκλιτα. Ο Σμόλικας, το Πάικο, ο Χελμός και ο Τυμφρηστός δεν είναι ούτε διπλάσια στη γενική απ' ό,τι τα άκλιτα, και τα Βέρμιο και Μαίναλο είναι λίγο πάνω από διπλάσια. Τα πράγματα είναι αρκετά μοιρασμένα, δηλαδή. Αν πιάσουμε όμως τα θηλυκά, δεν υπάρχει καμία τέτοια αμφιθυμία: τα «όρους Τύμφη» είναι τέσσερις φορές περισσότερα από τα «όρους Τύμφης», τα «όρους Οίτη» είναι εννεαπλάσια από τα αντίστοιχα κλιμένα, και τα «όρους Κερκίνη» είναι δωδεκαπλάσια· τα δε «όρους Γκιώνας» και «όρους Καλιακούδας» είναι περίπου ανύπαρκτα.
Τόσο οι αριθμοί όσο και το δικό μου γλωσσικό αισθητήριο οδηγούν στο ίδιο μέρος, ότι δηλαδή
η γενική του ουδετέρου μοιάζει αρκετά με τη γενική του αρσενικού ώστε να μην ξεχωρίζει ιδιαίτερα, αλλά η γενική του θηλυκού ξενίζει μπροστά από ουσιαστικό άλλου γένους. Τούτου λεχθέντος, έρχεται εύκολο σε πολύ κόσμο ν' αφήσει άκλιτο το κύριο όνομα ακόμα κι εκεί όπου το γένος ταιριάζει, βλέποντάς το σαν να περικλείεται από εισαγωγικά.
Άφησα για το τέλος τα
νησιά, που είναι κατά κύριο λόγο θηλυκού γένους. Βρίσκω όμως υπερδιπλάσια «νήσου Κυθήρων» απ' ό,τι «νήσου Κύθηρα», πολλαπλάσια «νήσου Φούρνων» και «νήσου Παξών» από τα αντίστοιχα άκλιτα, και ακόμα περισσότερο στην περίπτωση της «νήσου Ψαρών». Ακόμα και τα αρσενικά «νήσου Αγίου Ευστρατίου» είναι τουλάχιστον διπλάσια από την εναλλακτική τους, και τα «νήσου Πεταλά» δεν απέχουν πολύ. Θα έλεγα ότι αυτή η συνεπής εικόνα ως προς τα νησιά προκύπτει σε μεγάλο βαθμό από την επίσημη χρήση και ορολογία, καθώς ο κόσμος όχι μόνο δεν συνηθίζει να κάνει λόγο για «νήσους» αλλά χρησιμοποιεί συχνά και διαφορετικά ονόματα γι' αυτές (π.χ.
Άη Στράτης). Εδώ βρισκόμαστε στα ίδια νερά με τους δήμους· αν βέβαια χρησιμοποιήσουμε άρθρο ανάμεσα στο προσηγορικό και το κύριο όνομα, η γενική έρχεται φυσικότατα στην «πόλη των Θηβών» και στο «νησί του Καλάμου» χωρίς ν' ανεβάζει έντονα το υφολογικό επίπεδο.