Δαι μουσικές (daeman's tunes)


Staff member
Tee Say Mallee (Τι Σε Μέλει Εσένανε) - Slim Gaillard, 1946

Bulee "Slim" Gaillard (January 4, 1916 – February 26, 1991), also known as McVouty, was an American jazz singer, songwriter, guitarist, pianist, and vibraphonist, noted for his vocalese singing and word play in a language he called "Vout". (In addition to speaking eight other languages, Gaillard wrote a dictionary for his own constructed language.)

Along with Gaillard's date of birth, his family lineage and place of birth are disputed. One account is that he was born in Santa Clara, Cuba, of a Greek father and an Afro-Cuban mother; another is that he was born in Pensacola, Florida, to a German father and an African-American mother. Adding to the confusion, the 1920 U.S. Census lists a 19-month-old boy named "Beuler Gillard" in Pensacola, but born in Alabama. He grew up in Detroit and moved to New York City in the 1930s.

According to the obituaries in leading newspapers, Gaillard's childhood in Cuba was spent cutting sugar-cane and picking bananas, as well as occasionally going to sea with his father. However, at the age of 12, he accompanied his father on a world voyage and was accidentally left behind on the island of Crete. After working on the island for a while, he made his home in Detroit. In America, Gaillard worked in an abattoir, trained as a mortician and also had been employed at Ford's Motor Works.

"'Nobody knows where Slim Gaillard is'

But one night we suddenly went mad together again; we went to see Slim Gaillard in a little Frisco nightclub. Slim Gaillard is a tall, thin Negro with big sad eyes who's always saying, "Right-orooni" and "How about a little bourbon-orooni. In Frisco great eager crowds of young semi-intellectuals sat at his feet and listened to him on the piano, guitar, and bongo drums. When he gets up warmed up he gets off his shirt and undershirt and really goes. He does and says anything that comes into his head. He'll sing "Cement Mixer, Put-ti, Put-ti," and suddenly slows down the beat and broods over his bongos with fingertips barely tapping the skin as everybody leans forward breathlessly to hear; you think he'll do this for a minute or so, but he goes right on, for as long as an hour, making an imperceptible little noise with the tips of his fingernails, smaller and smaller all the time till you can't hear it any more and sounds of traffic come in the open door. Then he slowly gets up and takes the mike and says, very slowly, "Great-orooni ... fine-ovauti ... hello-orooni ... bourbon-orooni ... all-orooni ... how are the boys in the front row making out with their girls-orooni ... vauti ... oroonirooni ..." He keeps this up for fifteen minutes, his voice getting softer and softer till you can't hear. His great sad eyes scan the audience.

Dean stands in the back, saying, "God! Yes!" — and clasping his hands in prayer and sweating. "Sal, Slim knows time, he knows time." Slim sits down at the piano and hits two notes, two Cs, then two more, then one, then two, and suddenly the big burly bass-player wakes up from a reverie and realizes Slim is playing "C-Jam Blues " and he slugs in his big forefinger on the string and the big booming beat begins and everybody starts rocking and Slim looks up just as sad as ever, and they blow jazz for half an hour, and then Slim goes mad and grabs the bongos and plays tremendous rapid Cubana beats and yells crazy things in Spanish, in Arabic, in Peruvian dialect, in Egyptian, in every language he knows, and he knows innumerable languages. Finally the set is over; each set takes two hours. Slim Gaillard goes and stands against a post, looking sadly over everybody's head as people come to talk to him. A bourbon is slipped in his hand. "Bourbon-orooni — thanky-ou-ovauti ..." Nobody knows where Slim Gaillard is. Dean once had a dream that he was having a baby and his belly was all bloated up blue as he lay on the grass of a California hospital. Under a tree, with a group of colored men, sat Slim Gaillard. Dean turned despairing eyes of a mother to him. Slim said "There you go-orooni". Now Dean approached him, he approached his God; he thought Slim was God; he shuffled and bowed in front of him and asked him to join us ; "Right-orooni," says Slim; he'll join anybody but he won't guarantee to be there with you in spirit. Dean got a table, bought drinks, and sat stiffly in front of Slim. Slim dreamed over his head. Every time Slim said "Orooni, " Dean said, "Yes!" I sat there with these two madmen. Nothing happened. To Slim Gaillard the whole world was just one big orooni."

~Jack Kerouac, On the Road, 1957

«Μια νύχτα, όμως, μας ξανάπιασε ξαφνικά η τρέλα και τους δυο· πήγαμε να δούμε τον Σλιμ Γκέηλαρντ σ' ένα μικρό νάιτ-κλαμπ του Φρίσκο. Ο Σλιμ Γκέηλαρντ είναι ένας ψηλός αδύνατος γέρος [sic: Negro] με μεγάλα θλιμμένα μάτια, που λέει συνέχεια: «Εντάξει - ορούνι» και «τι λες για ένα ουισκάκι - ορούνι». Στο Φρίσκο μεγάλα παθιασμένα πλήθη νέων μισο-διανοούμενων καθόντουσαν στα πόδια του για να τον ακούσουν στο πιάνο, στην κιθάρα και στα ταμπουρίνια του μπόνγκο. Όταν ζεσταίνεται για τα καλά, βγάζει το πουκάμισο και τη φανέλα του και βάζει μπρος. Λέει και κάνει ό,τι του περνάει απ' το κεφάλι. Μπορεί να τραγουδάει το «Σέμεντ Μίλερ [sic], Πού-τι Πού-τι» και ξαφνικά να ελαττώσει το ρυθμό και να σκύψει πάνω στα μπόνγκος του χτυπώντας μόλις με τα ακροδάχτυλά του το δέρμα, έτσι που όλος ο κόσμος σκύβει προς τα μπρος, με κομμένη την ανάσα, για να ακούσει· πιστεύεις πως θα το κάνει αυτό για ένα λεπτό ή περίπου, αλλά συνεχίζει, τουλάχιστον για μια ώρα, δημιουργώντας έναν ανεπαίσθητο ήχο με την άκρη των νυχιών του, ολοένα και πιο χαμηλά, σε σημείο που να μην ακούγεται πια, καθώς σκεπάζεται απ' τους ήχους της κυκλοφορίας του δρόμου που μπαίνουν από την ανοιχτή πόρτα. Μετά σηκώνεται αργά και παίρνει το μικρόφωνο και λέει υπερβολικά αργά: «Μεγάλος - ορούνι... ωραίος - ορούνι... Χέλοου - ορούνι... ουίσκι - ορούνι... όλοι - ορούνι... τα παιδιά της μπροστινής σειράς, πώς πάει με τα κορίτσια σας - ορούνι... ορούνι... βόουτι... ορουνιρούνι...» Και συνεχίζει έτσι για ένα τέταρτο της ώρας, ενώ η φωνή του γίνεται ολοένα και πιο χαμηλή, ώσπου δεν ακούγεται. Τα μεγάλα θλιμμένα μάτια του ερευνούν το ακροατήριο.

Ο Ντην είναι όρθιος στο βάθος και λέει: «Θεέ μου! Ναι!» και συσπά τα δάχτυλά του σε μια χειρονομία προσευχής και ιδρώνει. «Σαλ, ο Σλιμ έχει την αίσθηση του χρόνου, έχει την αίσθηση του χρόνου». Ο Σλιμ είναι καθισμένος στο πιάνο και βαράει δυο νότες, δύο ντο, μετά δυο ακόμα, μετά μία, μετά δύο, και ξαφνικά ο γιγαντόσωμος κοντραμπασίστας ξυπνάει από ένα όνειρο και συνειδητοποιεί πως ο Σλιμ παίζει εκείνη τη στιγμή το «C-Jam Blues» και με το χοντρό του δείκτη αναμοχλεύει τη χορδή και ακούγεται ο βαρύς, εκκωφαντικός ήχος και όλοι αρχίζουν να κουνιούνται ρυθμικά κι ο Σλιμ φαίνεται το ίδιο θλιμμένος όπως πάντα και παίζουν τζαζ για ένα μισάωρο και ο Σλιμ αποτρελαίνεται και αρπάζει τα μπόνγκος και παίζει κουβανέζικους ρυθμούς με μια φρενιτιώδη ταχύτητα και ξεφωνίζει παρανοϊκά πράγματα στα ισπανικά, στα αράβικα, στα περουβιάνικα, στα αιγυπτιακά, σ' όλες τις γλώσσες που γνωρίζει, και γνωρίζει αναρίθμητες γλώσσες. Τελικά, το κομμάτι τελείωσε· κάθε κομμάτι διαρκεί δυο ώρες. Ο Σλιμ Γκέηλαρντ πάει και στήνεται ακουμπισμένος σε μια κολόνα, κοιτάζοντας θλιμμένα πάνω απ' τα κεφάλια των ανθρώπων καθώς έρχονται να του μιλήσουν. Ένα ποτήρι ουίσκι αναδεύεται στο χέρι του. «Ουίσκι - ορούνι — σας ευχαριστώ - οβότι». Κανείς δεν ξέρει πού βρίσκεται ο Σλιμ Γκέηλαρντ. Μια φορά ο Ντην είδε ένα όνειρο ότι ήταν έγκυος κι η φουσκωμένη κοιλιά του μπλάβιζε καθώς κειτόταν στην πρασιά ενός νοσοκομείου στην Καλιφόρνια. Κάτω από 'να δέντρο, με μια παρέα μαύρους, καθόταν ο Σλιμ Γκέηλαρντ. Ο Ντην έστρεφε σ' αυτόν τα απελπισμένα μάτια μιας μητέρας. Ο Σλιμ είπε: «Άντε λοιπόν - ορούνι». Τώρα ο Ντην τον πλησίαζε· πλησίαζε το Θεό του· πίστευσε πως ο Σλιμ ήταν Θεός· προχώρησε σέρνοντας τα πόδια κι έσκυψε στη μεριά του και του ζήτησε να 'ρθει μαζί μας. «Εντάξει - ορούνι», λέει ο Σλιμ· έκανε συντροφιά με τον καθένα αλλά δεν μπορούσε να εγγυηθεί πως θα 'ναι παρών και πνευματικά. Ο Ντην έπιασε ένα τραπέζι, παράγγειλε ποτά και κάθισε στητός απέναντι στον Σλιμ. Ο Σλιμ ονειροπολούσε πάνω απ' το κεφάλι του. Κάθε φορά που ο Σλιμ έλεγε: «Ορούνι», ο Ντην έλεγε: «Ναι!». Ήμουν καθισμένος εκειδά μ' αυτούς τους δυο παλαβούς. Δεν έγινε τίποτα. Για τον Σλιμ Γκέηλαρντ, ολόκληρος ο κόσμος δεν ήταν παρά ένα πελώριο ορούνι.

Τζακ Κέρουακ, «Στο δρόμο», μετάφραση Δήμητρα Νικολοπούλου, Πλέθρον, 1981, σσ. 216-218

Cement Mixer - Slim Gaillard Trio

«Οδυσσέας, the one

Δεν αγαπούσα εγώ τη γη και τα χωράφια, τα οφέλη του σπιτιού δεν με τραβούσαν, όπου προκόβουν τα καλά παιδιά. Με συγκινούσαν πάντα τα καράβια, το κουπί κι ο πόλεμος, καλοξυσμένα δόρατα και βέλη — άγρια πράγματα που οι άλλοι τα τρέμουν και τα φοβούνται.


Η φωνή κεφάτη, μελωδική. Σαν κάποιος να έχει κρυφτεί στο σκοτάδι και κάνει χαβαλέ μαζί σου.

Τι σε μέλει εσένανε
από πού είμαι εγώ...

Κάρφωσε τα μάτια στην οθόνη και ξαφνιάστηκε. Όχι Έλληνας, όχι κάποιος Ευρωπαίος. Δόντια που άστραφταν κάτασπρα σε πονηρό γελάκι, μουστάκι γραμμωτό αλά Κλαρκ Γκέιμπλ, επιδερμίδα γυαλιστερή, μελαψή. Νέγρος. Όμως η φωνή από το YouTube επέμενε σε λέξεις οικείες:

από το Καραντάσι, φως μου,
ή από το Κορδελιό

Τζαζ κουαρτέτο: μπάσο, κιθάρα, πιάνο, ντραμς. Το τραγούδι ρεμπέτικο αλλά παιγμένο σε ριθμ εντ μπλουζ. «Ρεμπετοjazzia» έγραφε σχολιάζοντας κάποιος από κάτω. Η ηχογράφηση, διάβασε, του 1945.

Τι σε μέλει εσένανε
κι όλο με ρωτάς

Γεμάτη μπρίο και ενθουσιασμό η μουσική απόδοση του μικρασιάτικου. Το τέμπο ξεσηκωτικό. Οι νότες να γρατζουνούν νοσταλγίες αξεθύμαστες. Πρόσεξε καλύτερα το όνομα του τραγουδιστή. Slim Gaillard.

από ποιο χωριό είμ' εγώ
αφού δε μ’ αγαπάς

Το 1916 γεννιέται στην Κούβα από πατέρα Έλληνα και μάνα Αφροκουβανή ο Σλιμ Γκέιλαρντ. Η Κούβα τα χρόνια εκείνα ήταν λες και έσκαγε επάνω της η πρώτη αυγή του κόσμου. Οι κάτοικοι έλυναν τις διαφορές αυτοσχεδιάζοντας τραγούδια με τρυφερές κατάρες, μικροί μεγάλοι ξέπλεναν κάθε πρωί στη θάλασσα τις αμαρτίες της νύχτας για να 'ναι έτοιμοι για τις επόμενες, και τη μεγάλη φτώχεια που έφερε ο Χεράρδο Ματσάδο τη γλύκαιναν με αυτοσαρκασμούς, καθώς ήταν ο πρώτος εκλεγμένος από τον λαό κυβερνήτης. Μέσα σ' αυτές τις απίθανες ωραιότητες μεγάλωνε ο μαυρούλης Σλιμ. Τα λίγα πέσο που ήθελε για τις καραμέλες τα κέρδιζε κόβοντας μπανάνες και μαζεύοντας ζαχαροκάλαμα. Μόλις πάτησε τα έντεκα τον πήρε μαζί του ο πατέρας, μιας και χρειαζόταν δύο επιπλέον βοηθητικά χέρια στο κρουαζιερόπλοιο όπου δούλευε καμαρότος. Το τέρμα ενός ανέφελου ουρανού. Η αφετηρία του πόντου.

Απ’ τον τόπο που είμαι εγώ
ξεύρουν ν’ αγαπούν

Σ' ένα υπερατλαντικό ταξίδι το 1928 το κρουαζιερόπλοιο πιάνει Κρήτη. Τις προηγούμενες νύχτες, στριμωγμένοι στη στενή κουκέτα, ο Σλιμ άκουσε τον πατέρα του να του μιλάει για αυτό το νησί. Εδώ γεννήθηκε ο παππούς και δικός του πατέρα, αποδώ μπάρκαρε για να ανακαλύψει στον κόσμο τα λιμάνια του. Και πού βρίσκεται το χωριό της καταγωγής τους; Έστυψε το μυαλό, κάτι κατάφερε να θυμηθεί. Δυο λέξεις όλες κι όλες: Ασή Γωνιά.

ξεύρουν τον καημό να κρύβουν
ξεύρουν να γλεντούν.

Τρεις μέρες μετά το κρουαζιερόπλοιο σαλπάρει. Μεσοπέλαγα ο πατέρας συνειδητοποιεί πως ο δωδεκάχρονος το 'χει σκάσει, έχει μείνει στο νησί. Να ανησυχήσει; Να ειδοποιήσει τον καπετάνιο να τον αφήσει στο πρώτο λιμάνι για να γυρίσει πίσω και να τον ψάξει; Μα ποιος μπορεί να αλλάξει τη μοίρα ενός ανθρώπου όταν ο ίδιος αποφασίζει να την κουμαντάρει; Άλλωστε κι αυτός παλιά τα ίδια έκανε όταν υπάκουσε στη μέσα φωνή του.

Έξι μήνες έμεινε στην Κρήτη ο ανήλικος Σλιμ. Βιοπορίστηκε κάνοντας δουλειές του ποδαριού. Ως και βοσκός στα μιτάτα δούλεψε· βοσκόπουλο negro ανάμεσα στις παρδαλές αίγες. Ήθελε να ζήσει, ήθελε να μάθει. Πρώτα απ' όλα το χωριό του. Εκεί βασίλευε η σχεδόν ερημιά. Δεν είχαν περάσει πολλά χρόνια αφότου ξετάπωσαν τους ντόπιους τουρκοκρητικούς και τώρα ήρθαν να το κατοικήσουν οι από απέναντι. Εκεί, από μια γριά που είχε ξεμείνει, έμαθε τη ρίζα του: μισός μισός. Μισός Έλληνας, μισός Τούρκος ο παππούς του. Σελίμ Γυλιαρδάκης με το όνομα. Γέλασε χαρούμενος όταν κατάλαβε τα πόσα αίματα μέσα του: Καραϊβική, Αφρική, Ελλάδα, Ασία. Λίγο προτού πάρει τον δρόμο της επιστροφής, άκουσε από έναν Μικρασιάτη και ζαλίστηκε το «Τι σε μέλει». Ύστερα τρύπωσε σ' ένα αμπάρι για το λαθραίο ταξίδι. Χάνδακας, Πάτρα, Νάπολι, Αμέρικα. Και, χωρίς να καταλάβει πώς και γιατί, Ντιτρόιτ.

Από τη Σμύρνη έρχομαι
να βρω παρηγοριά...

Υπάλληλος σε γραφείο τελετών, μποξέρ, μάγειρας, φορτηγατζής, τσιράκι των γκάνγκστερ, μεταφέρει παράνομο οινόπνευμα στον Καναδά: λίγα από τα επαγγέλματα που πέρασαν απ' τα χέρια του. Ακολουθεί το ταξίδι στη Νέα Υόρκη. Εδώ θα αποκαλυφτεί σε όλο το μεγαλείο το τάλαντο που τον κατέχει. Μοιρασμένο στα δύο. Δεινός βιρτουόζος, καθώς παίζει άριστα τέσσερα μουσικά όργανα, όμως μαθαίνει και μιλάει φαρσί οχτώ γλώσσες, ενώ επινοεί μια δική του, εντελώς ακατανόητη — εξού και τα «οβάουτε», «ορούνι», «ορίνι», που ακούγονται στο «Τι σε μέλει». Ακόμα, σε πολλά τραγούδια ανακατεύει την εβραϊκή διάλεκτο γίντις μαζί με τα αραβικά. Απίθανος μίμος, απέραντα καλοκαιρινός, ανάλαφρος, αυτοσαρκαζόμενος διαρκώς, μελωδικά ρομαντικός, αφοσιωμένος βαθιά στον δικό του προσωπικό σουρεαλισμό, μεσουράνησε το '40 και το '50. Ανάμεσα στους πολλούς που τον ήθελαν για συντροφιά τους η Λάνα Τάρνερ και η Ρίτα Χέιγουορθ. Η αποθέωση της ζωής του θα γίνει όταν ο Τζακ Κέρουακ τον κάνει ήρωα στον «Δρόμο». Ο Ντιν Μοριάρτι και ο Σαλ Πάρανταϊς πίνουν ποτό με τον Σλιμ και ο Κέρουακ γράφει: «Για τον Σλιμ Γκέιλαρντ, όλος ο κόσμος ήταν ένα τεράστιο ορούνι».

να βρω μες στην Αθήνα μας
αγάπη κι αγκαλιά.

Πέθανε το 1991 χωρίς ποτέ να πει ένα λυπητερό τραγούδι, δίχως ποτέ να χάσει το κέφι του. Με τον τρόπο του έδειξε πως, ακόμα και στις πιο ζόρικες στιγμές, ο κόσμος είναι στ' αλήθεια ένα τεράστιο ορούνι.

Η φωνή στο YouTube συνεχίζει. Νέγρικη, ελληνική:

Τι σε μέλει εσένανε
από πού είμαι εγώ...»

Κώστας Ακρίβος, «Τελευταία νέα από την Ιθάκη», 2016

Hit that Jive, Jack (On The Road OST) - Slim Gaillard

Last edited:


Staff member
1952 Vincent Black Lightning - Richard Thompson

Says Red Molly to James, "Well that's a fine motorbike.
A girl could feel special on any such like."
Says James to Red Molly, "My hat's off to you.
It's a Vincent Black Lightning, 1952.

And I've seen you on the corners and cafes, it seems.
Red hair and black leather, my favorite color scheme."
And he pulled her on behind and down to Boxhill
They'd ride.

Says James to Red Molly, "Here's a ring for your right hand
But I'll tell you in earnest I'm a dangerous man;
For I've fought with the law since I was seventeen
I've robbed many a man to get my Vincent machine.

And now I'm twenty-one years, I might make twenty-two
And I don't mind dyin' but for the love of you.
But if fate should break my stride, then I'll give you my Vincent
To ride."

"Come down Red Molly, " called Sergeant McQuade.
"For they've taken young James Aidee for armed robbery.
Shotgun blast hit his chest, left nothing inside.
Oh, come down, Red Molly, to his dying bedside."

When she came to the hospital, there wasn't much left.
He was runnin' out of road. He was runnin' out of breath.
But he smiled to see her cry and said, "I'll give you my Vincent
To ride."

Said James, "In my opinion, there's nothing in this world
Beats a '52 Vincent and a redheaded girl.
Now Nortons and Indians and Greavses won't do.
Oh, they don't have a soul like a Vincent '52."

Well he reached for her hand and he slipped her the keys.
He said, "I've got no further use...for these.
I see angels on Ariels in leather and chrome,
Swoopin' down from heaven to carry me home."

And he gave her one last kiss and died.
And he gave her his Vincent
To ride.


Staff member
Ω Δέσποινα των λογισμών μου - Γιώργος Μακρής

Ω Δέσποινα των λογισμών μου
και της καρδιάς τσελεμεντέ
κάνε τους τρόπους σου κουτάλι
και το μυαλό μου εγώ φιδέ

Να το γευτείς, ω δέσποινά μου
με των γνωστών σου τις ευχές
και γω να μνέσκω σαν χαμένος
στων φίλων μου τις συμβουλές

Οού. Οού. Οού.

Ω Δουλτσινέα μου και φως μου
στων οφθαλμών σου τις ριπές
στέκω δικός σου Δον Κιχώτης
με τραύμα που 'ναι διαμπερές

Με θερμοφόρο προσκεφάλι
με τις κλειδώσεις μου λυτές
θα με κοιτάς με ματογυάλι
και θα γελάς εσύ που φταις.

Και στης καρδιάς το μαγαζάκι
θα κατεβάσω τα ρολά
κι εκεί θλιμμένος πάω να πέσω
στου Στεναγμού τη γέφυρα

Με ταχυδρόμο μου το Χάρο
λάβε στερνό χαιρετισμό
κι όταν μιλούν για δολοφόνο
να λες απλά "Δεν είμαι εγώ!"

Οού. Οού. Οού.


Staff member
Stranger Still - Peter Hammill & the K Group

Stranger still in another town,
how normal to sit out the dance,
eating the good meal by myself,
toasting the empty glass;
and they're already setting out the next place,
already forgetting about the last.
No, nothing could be less strange
in entropy
no change, no change, no change.

No danger in a normal life,
better steady down the adrenalin pump.
Excess refraction in the mirror
only leads to the quantum jump.
Oh, but it leaves me in limbo;
how strange, what a stranger I become.
No, no, nothing could be less strange
in entropy
no change, no change, no change.

No, I know how to behave in the restaurant now,
I don't tear at the meat with my hands;
if I've become a man of the world somehow
that's not necessarily to say I'm a worldly man.

Keep on shuffling the menu
and the order never comes on time.
No, there's only diffraction patterns,
no reading between the lines;
only the rate of emission,
and reason allows no rhyme.
Nothing could be less strange
in entropy
no change, no change, no change.
No, nothing could be less strange
in entropy

A stranger, a worldly man.


Staff member
Hey, ho, let's go! Bop till you drop. The Ramones Blitzkrieg Bop + the Addams Family dance



Staff member
Η δεύτερη πλευρά του πρώτου σινγκλ των Go-Betweens, αφιερωμένη σε μια βιβλιοθηκάριο:

Karen - The Go-Betweens

I know this girl
This very special girl
And she works in a library, yeah
Standing there behind the counter
Willing to help
With all the problems that I encounter

Helps me find Hemingway
Helps me find Genet
Helps me find Brecht
Helps me find Chandler
Helps me find James Joyce
She always makes the right choice


Staff member
Μ' έχεις μαγεμένο - Σωτηρία Λεονάρδου

Μουσική & στίχοι: Δημήτρης Γκόγκος «Μπαγιαντέρας», ενορχήστρωση: Θέσια Παναγιώτου

Σα μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει
η κάθε σκέψη μου κοντά σου τριγυρίζει
δεν ησυχάζω και στον ύπνο που κοιμάμαι
εσένα πάντα, αρχοντοπούλα μου, θυμάμαι

Μες στης ταβέρνας τη γωνιά για σένα πίνω
για την αγάπη σου ποτάμια δάκρυα χύνω
λυπήσου με, μικρή, και μη μ’ αφήνεις μόνο
αφού το ξέρεις πως για σένα μαραζώνω

Αχ παιχνιδιάρα, πάψε τώρα τα γινάτια
και μη μου κάνεις την καρδούλα μου κομμάτια
με μια ματιά σου σαν μου ρίχνεις αχ! πώς λιώνω
μαζί σου ξέρεις τον ξεχνάω κάθε πόνο

Μαγιάτικο. Σαν αυτό:

«Καλώς τονε τον Μάη με τους γλυκούς ζεφύρους,
με τα κουκιά τα φρέσκα, τους μυρωδάτους τσίρους,
με τ' άνθη, με τα ρόδα, με τα χλωρά γρασίδια,
με μουσικές, τραγούδια, ερωτικά παιχνίδια,
γέλια, φωνές, μεθύσια...
ψυχή μου στα Πατήσια.»

Γεώργιος Σουρής, «Ο Μάης», 1878


Staff member
High Time Baby - Spencer Davis Group

Για τα 69 του Στιβ Γουίνγουντ.


Staff member
Τσιάκκαρα Μάκκαρα / Tsiakkara Makkara - Monsieur Doumani

Τ' αγαπημένα φαίνονται
Τσιάκκαρα Μάκκαρα φώσκερε
που την περπατησιά τους
Άιντε, πουλλί μου, τζ' έρκουμαι
Τζ' απού το σούσμαν των σιερκών
Τσιάκκαρα Μάκκαρα φώσκερε
τζ' απού το λύισμαν τους

Άιντε, πουλλί μου, τζ' έρκουμαι

Τζαι χάιντε, πουλλί μου, τζ' έρκουμαι
τζ' αγκάλια 'γκάλια ππέφτουμεν

Μελαγχροινήν αγάπησα
με δκυό γλυτζιά μματούθκια
Πόσει στο μάουλον ελιάν τζαι κότσινα σειλούθκια
Τζ' αν αρρωστήσω τζ' εν ερτείς, κόρη, πουπανωθκιόν μου
Πέρκι ξεβεί το μνήμα σου πριχού πού το δικό μου


Staff member
Ο Νίκος ο τρελάκιας (Ρεγγέτικα) - Trio Tekke

μουσική: Ανέστης Δελιάς, στίχοι: Νίκος Μάθεσης

Τον ξέρετε, μωρέ παιδιά, τον Νίκο τον τρελάκια
παιδί τζιμάνι, μάγκες μου, μα κάνει καβγαδάκια

Το κούφιο και η δίκοπη είναι η συντροφιά του
γι’ αυτό δεν πάει, μάγκες μου, ποτέ κανείς κοντά του

Οι γκόμενες τον ξέρουνε κι όλοι οι νταβατζήδες
για γούστο του τσακώνεται με όλους τους νταήδες

Την κάπα του την κρέμασε εδώ και λίγα χρόνια
γι’ αυτό και τον εβγάλανε τρελάκια τα κορόιδα



Staff member

Of all the money that e'er I spent
I've spent it in good company
And all the harm that ever I did
Alas it was to none but me

And all I've done for want of wit
To memory now I can't recall
So fill to me the parting glass
Good night and joy be with you all

If I had money enough to spend
And leisure to sit awhile
There is a fair maid in the town
That sorely has my heart beguiled

Her rosy cheeks and ruby lips
I own she has my heart enthralled
So fill to me the parting glass
Good night and joy be with you all

Oh, all the comrades that e'er I had
They're sorry for my going away
And all the sweethearts that e'er I had
They'd wish me one more day to stay

But since it falls unto my lot
That I should rise and you should not
I'll gently rise and softly call
Good night and joy be with you all

The Parting Glass

Shaun Davey

"Guím maith dhóibh siúd a shéid an ghaoth
agus iad uilig a stiúir an bád
thugamar linn é i gcoinne an trá
bead buíoch thar lá mo bháis"

With thanks to those who blew the wind
And those who sailed the ship
We sailed it tight against the tide
And I shall be forever in your debt

"Forever in Your Debt" - Kirk Jones


Staff member
Restless Farewell - Bob Dylan

Oh, all the money that in my whole life I did spend
Be it mine right or wrongfully
I let it slip gladly to friends
To tie up the time most forcefully
But the bottles are done
We've killed each one
And the table's full and overflowed
And the corner sign
Says it's closing time
So I'll bid farewell and be down the road

Oh, ev'ry girl that ever I've touched
I did not do it harmfully
And ev'ry girl that ever I've hurt
I did not do it knowin'ly
But to remain as friends
You need the time to make amends
And stay behind
And since my feet are now fast
And point away from the past
I'll bid farewell and be down the line

Oh, ev'ry foe that ever I faced
The cause was there before we came
And ev'ry cause that ever I fought
I fought it full without regret or shame
But the dark does die
As the curtain is drawn and somebody's eyes
Must meet the dawn
And if I see the day
I'd only have to stay
So I'll bid farewell in the night and be gone

Oh, ev'ry thought that's strung a knot in my mind
I might go insane if it couldn't be sprung
But it's not to stand naked under unknowin' eyes
It's for myself and my friends my stories are sung
But the time ain't tall
Yet on time you depend and no word is possessed
By no special friend
And though the line is cut
It ain't quite the end
I'll just bid farewell till we meet again

Oh, a false clock tries to tick out my time
To disgrace, distract, and bother me
And the dirt of gossip blows into my face
And the dust of rumors covers me
But if the arrow is straight
And the point is slick
It can pierce through dust no matter how thick
So I'll make my stand
And remain as I am
And bid farewell and not give a damn

Restless Farewell / The Parting Glass - Eleanor Shanley & Ronnie Drew



Staff member
Take the L train (to Brooklyn) - Brooklyn Funk Essentials

Take the L train (to 8th Avenue) - Brooklyn Funk Essentials



Staff member

Meanwhile back in the year One
when you belonged to no-one
you didn't stand a chance, son
if your pants were undone
'Cause you were bred for humanity
and sold to society
one day you'll wake up
in the Present Day
a million generations
removed from expectations
of being who you really want to be

Skating away
skating away
skating away on the thin ice of the New Day

So as you push off from the shore
won't you turn your head once more
and make your peace with everyone?
For those who choose to stay
will live just one more day
to do the things they should have done

And as you cross the wilderness
spinning in your emptiness
you feel you have to pray
Looking for a sign that the Universal Mind
has written you into the Passion Play

Skating away on the thin ice of the New Day

And as you cross the circle line
the ice-wall creaks behind
you're a rabbit on the run
And the silver splinters fly
in the corner of your eye
shining in the setting sun

Well, do you ever get the feeling
that the story's too damn real and in the present tense?
Or that everybody's on the stage
and it seems like you're the only person sitting in the audience?

Skating away on the thin ice of the New Day


Staff member
Icarus descending (The Man Who Fell to Earth) - David Bowie

For every crisis there's a cure
I was chosen 'cause I'm pure
If I'll be conscious flesh and bone
They'll adopt me as their own
I can crash in from the stars
Slipped in while the door's ajar
Picked it with a credit card
'Cause I saw you've dropped your guard
For today I'm a man

Like Icarus descending
It's just more wounds and mending
Now I'll tighten up my belt
'Cause I'm nursing back to health
Like a sailor on the shore
Strange as it seems, I feel like I've been here before

I'll become the Great Pretender
I've got my own agenda
My people had abandoned hope
So they'd been really into dope
Now I have to bear it proudly
And keep my wits about me
There's a skin I need to shed
For my awesome task ahead
For today I'm a man

Like Icarus descending
That's just more wounds and mending
Now I've tightened up my belt
'Cause I'm nursing back to health
Like an angel on the moor
Strange as it seems, I feel like I've been here before
I've been here before
Been here before