metafrasi banner

tagalong, tag-along = της προσκολλήσεως, τσιμπούρι, κολλητσίδα, βδέλλα


Staff member
Με αφορμή ένα σημείωμα του Ζαζ εδώ, φτιάχνω το νήμα για να θυμηθούμε την παλιά έκφραση «της προσκολλήσεως».

tag-along, a. and n. N. Amer. colloq. Also tagalong.
[f. vbl. phr. to tag along: see tag v.1 4 a.]
A. adj. a. Designating that which is towed or trailed behind something else. b. Applied to an uninvited follower.
   1944 Sun (Baltimore) 21 Jan. 2/3 Evidence of trailed, or ‘tag-along’, bombs still is scanty.    1960 Newsweek 20 June 91/1 The tag-along highway trailers are delivered to‥the bus terminals.    1973 Islander (Victoria, B.C.) 10 June 16/1 The small trailer snug beside it like a tagalong pup.    1974 Spartanburg (S. Carolina) Herald-Jrnl. 21 Apr. c9 (Advt.), Also all types of trucks and truck tractors, all types of trailers including low-boy and tag-A-long.

B. n. An unwelcome, uninvited, or neglected companion.
   1961 in Webster.    1967 Boston Sunday Herald 2–8 Apr. 45/1 The whole family suffers when Ernie becomes a dreadful tagalong.    1974 Publishers Weekly 28 Oct. 46/1 Seems to have spent most of her life as a ‘tagalong’ to a man who, as test pilot and astronaut, was seldom home.    1977 Islander (Victoria, B.C.) 16 Jan. 8/1 (heading) Are Victoria women just tag-alongs in motor sports?

(φρ.) «είναι τής προσκολλήσεως»· λέγεται για άτομο αυτόκλητο και παρασιτικό, το οποίο τρώει και πίνει δωρεάν κοντά σε άλλους χωρίς να είναι προσκεκλημένος τους·

(η γεν. της προσκολλήσεως ως χαρακτηρισμός) αυτός που προσκολλάται φορτικά σε ξένες παρέες ή εκδηλώσεις που διοργανώνονται από τρίτους: είναι τύπος της προσκολλήσεως. (ΛΝΕΓ)

Και στο