provost = (εκκλ.) προεστός, προεστώς

lovecats81

New member
Provost: the chief dignitary of a collegiate or cathedral chapter

Από Merriam-Webster

In the Roman Catholic Church, Provost is a title of a prelate, with a rank equivalent to that of a bishop

Aπό Wikipedia

Προσπαθώ να βρω μια απόδοση για το provost και έχω καταλήξει στον τίτλο του επισκόπου αλλά έχω την αισθηση ότι ο επίσκοπος είναι γενικότερος τίτλος και το provost ειδική κατηγορία επισκόπου
 

lovecats81

New member
θα μπορούσε, όπως και πρωτοπρεσβύτερος, αλλά αυτά τα βρίσκω μόνο ως βαθμούς της ορθόδοξης εκκλησίας. Δεν είμαι βέβαιος αν και στην Καθολική Εκκλησία είναι οι ίδιοι ή υπάρχει κάποια διαφορά.
 

nickel

Administrator
Staff member
προεστός (στο λεξικό: νεοελλ.-μσν. προσηγορία επισκόπου, ηγουμένου ή πρωθιερέα)

Είναι και ετυμολογικά αντίστοιχο.
 

nickel

Administrator
Staff member
Και ενδιαφέρουσες πηγές:


https://books.google.gr/books?id=CK...AgHEAI#v=onepage&q=προεστός "provost"&f=false (στο 4.1)


 

nickel

Administrator
Staff member
Λέω κάτσε να ψάξω και με τον τύπο προεστώς, πληθυντικός προεστώτες. Ωραίο εύρημα:



* The Greek word επίσκοπος has always been retained in the Church to denote the chief minister in sacred things—that is overseer, or superintendent. The scriptural appellations προϊστάμενοι and προεστώτες were translated into Latin by Praepositi whence our word Provost.—Riddle.
 
Top