metafrasi banner

in-camera

Ανάλογα με τα συμφραζόμενα:
...χρησιμοποιώντας μόνο την κάμερα.
ή
...κατά τη διάρκεια της λήψης.
 
Συγγνώμη, παρέλειψα να σας δώσω τον ορισμό:
An in-camera effect is any special effect in a video or movie that is created solely by using techniques in and on the camera and/or its parts. The in camera effect is defined by the fact that the effect exists on the original camera negative or video recording before it is sent to a lab or modified.
 
Αν ήθελα να εστιάσω στον τόπο ή το εργαλείο (κάμερα), θα έλεγα:
1. "Τα κινηματογραφικά εφέ (τα ειδικά εφέ/τα τρυκ/τα "μαγικά" της ταινίας/τα κόλπα του φιλμ, κλπ) έγιναν μόνο με την κάμερα/αποκλειστικά με την κάμερα/χρησιμοποιώντας μόνο την κάμερα."

Αν ήθελα να εστιάσω στον χρόνο, σε περίπτωση που ακολουθούν σχόλια του τύπου "δεν υπήρχε χρόνος για post production", θα έλεγα:
2. "[...] κατά την διάρκεια της λήψης"

Σημειώνω πως το An in-camera effect is any special effect in a video or movie that is created solely by using techniques in and on the camera and/or its parts δεν είναι ο μόνος τρόπος για να πετύχεις το the effect exists on the original camera negative or video recording before it is sent to a lab or modified. Η δεύτερη πρόταση μπορεί να σημαίνει άλλου τύπου εφέ το οποίο τραβάς με την κάμερα (χωρίς να την χρησιμοποιείς με ιδιαίτερο τρόπο) και καταγράφεται στο φιλμ ή την κασσέτα ή τον σκληρό δίσκο. Αν, ας πούμε, φιλμάρεις κάποιον με μακιγιάζ ταινίας τρόμου, το "movie magic" υπάρχει στο φιλμ αλλά δεν δημιουργείται από την ίδια την κάμερα.

Νομίζω πως ο ορθότερος ορισμός είναι αυτός που περιγράφει την κάμερα ως το μόνο εργαλείο δημιουργίας του εφέ, οπότε θα προτιμούσα το 1.
 

Earion

Moderator
Staff member
in camera = κεκλεισμένων των θυρών

Εντελώς άσχετη είναι η έκφραση in camera, με δύο διακριτές λέξεις. Είναι νομικός όρος και σημαίνει «κεκλεισμένων των θυρών», «με μυστικότητα» (in an enclosed room, behind closed doors).

Η αγγλική Βικιπαίδεια τον εξηγεί (βλ. εδώ). Το λέω επειδή η εξήγηση που δόθηκε σε ένα άλλο φόρουμ μου φαίνεται ανεπαρκής.

Ώστε:
to appear on camera = εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι σε οπτικοακουστικό μέσο
to appear in camera = εμφανίζομαι /συμμετέχω / παίρνω μέρος σε κλειστή / μυστική συνεδρίαση, συνήθως σε δικαστήριο (ως κατηγορούμενος, μάρτυρας κλπ.).​
 
Top