metafrasi banner

hardy perennial = ανθεκτικό πολυετές (φυτό) | (μτφ.) ;


Staff member
Ποια φυτά είναι ακριβώς τα hardy perennials; Παίρνω μέρος της περιγραφής από τους αρμοδιότερους, τους

Plants come in types of annual, biannual and perennial growth habits. Annuals grow in only one season and then die away. […] Biannual plants grow to their full potential in one season, and then die away in winter. […] Perennials, however, return faithfully every season to bloom in resplendent beauty each and every year. Some perennials are considered to be fragile, while others are hardy perennials that have the ability to endure many varying degrees of climate changes and growing conditions.

Και, σύμφωνα με το ODE: a perennial plant which can survive in the open all year.

Στα ελληνικά: ανθεκτικό πολυετές.

Η φούξια, ο έρωτας ή τα ανθεκτικά πολυετή, όπως οι φτέρες, ο κισσός και η μπιγκόνια ευδοκιμούν ιδιαίτερα σε μπαλκόνια που προσφέρουν μερική σκίαση.

Η μεταφορική σημασία φαίνεται να έχει αλλάξει (αν ήταν ποτέ μόνο αυτή), δεν είναι απλώς ένα χρόνιο πρόβλημα (perennial problem). Ορισμοί και παραδείγματα:
British informal a thing that recurs continually or at regular intervals: quiz shows, those hardy perennials of TV and radio [ODE]
British English an idea that is often suggested or discussed [Longman]
an idea, question, or situation that is repeated over several years [Macmillan]

The belief in secret cabals running the world is a hardy perennial. [BBC]
American disappointment with the UN's perceived short-comings is a hardy perennial of modern diplomatic history. [BBC]
Tenth album from hardy perennials of alternative Scottish pop-rock. [BBC]
This is one of those hardy perennials in the world of eye-popping design projects, one that refuses to go the way Old London Bridge did soon after its successor opened in 1831. [Guardian]

Αναζητούνται ικανοποιητικές αποδόσεις για τη μεταφορική σημασία. (Και, όχι, δεν ρώτησα για να βάλω τον πανέμορφο πίνακα.)


Staff member
Αναρωτιέμαι αν και πόσο μπορεί να παίξει για τη μεταφορική σημασία το στοιχειωμένος:

στοιχειώνω [stixóno] Ρ1α μππ. στοιχειωμένος : [...] 2. (μτφ.) για κτ. κακό, για μια νοσηρή κατάσταση που αναβιώνει ή επιβιώνει: Στοίχειωσε ο φασισμός και απειλεί. [μσν. στοιχει(ώ) -ώνω < στοιχεί(ον) (δες στοιχειό) -ώ (διαφ. το ελνστ. στοιχειῶ `διδάσκω βασικές αρχές΄)]

Ίσως και τα απολιθώνω/απολιθωμένος/απολίθωμα (όπως στο παράδειγμα του ODE με τα τηλεοπτικά σόου).


Staff member
Όχι, και σόρι που κάνω τον δύσκολο. Το hardy perennial κατά κανόνα είναι ένα θέμα που έρχεται και ξανάρχεται στην επικαιρότητα. Οι άλλες χρήσεις είναι παραφυάδες.
Μήπως κάτι σαν "(δύσκολο να ξεριζωθεί) σαν την αγριάδα" ή "γερή φύτρα";
Αιώνιο ζήτημα;
Πάγιο ζήτημα;
Μόνιμη διαμάχη (ή διένεξη);
Ανατολικό ζήτημα (όπως λέει εδώ);

Δεν είναι και τόσο ευφάνταστα...