metafrasi banner

hang-up (ουσ.) = κόμπλεξ, απωθημένο. hung-up (επίθ.) = που έχει κόλλημα (με κάτι)


Staff member
Πιάνω αυτά τα δύο επειδή μπερδεύουν κόσμο με την ορθογραφία τους.

Τα ουσιαστικό είναι hang-up (πληθ. hang-ups): κόμπλεξ, φοβία, ψύχωση, αναστολή, κόλλημα.
something that you are worried or embarrassed about, especially something that is not very important: She doesn’t have any hang-ups about her appearance.
Από το αγγλογαλλικό Robert:
to have a hang-up about one's body être mal dans son corps, être complexé
to have a hang-up about spiders avoir la phobie des araignées, avoir une peur maladive des araignées
to have sexual hang-ups avoir des blocages (sexuels)

Το επίθετο είναι hung-up, με δύο βασικές ψυχολογικές σημασίες, με κοινό παρονομαστή το «κόλλημα»: (1) κομπλεξαρισμένος, προβληματισμένος, τρακαρισμένος και (2) κολλημένος.
1. anxious; nervous: He got hung up on the details. She was all hung-up before the interview. Why are so many women so hung-up about food?
2. overly involved or preoccupied: a teenager hung up on the latest fashions.


Staff member
Και (ακόμα) πολύ ταιριαστό για πολλές σημασίες. Μπαίνει και στον τίτλο.