giving = δοτικός

nickel

Administrator
Staff member
Και αντίστροφα:

δοτικός = inclined to give, giving freely (LSJ)

Και μην πείτε «Σιγά τη γλαύκα», γιατί το έχει το Μείζον («αυτός που έχει την τάση, τη διάθεση να παρέχει, παραχωρητικός»), αλλά δεν το έχουν τα άλλα λεξικά — μόνο τα λεξικά που έχουν και αρχαία, και το ΠαπΛεξ το καταχώνιασε στο λήμμα δοτική («(αρχ.) (επίθ.) αυτός που δίνει εύκολα, που έχει την τάση να προσφέρει»). Να τους πούμε την είδηση ότι έχει πάψει να θεωρείται αρχαίο.
 
Αν πω +1, θα με πούνε κλακαδόρο :( . Λέξη υπέροχη, αναντικατάστατη και συχνής χρήσης. Δεν μπορώ να φανταστώ πραγματικό μονολεκτικό συνώνυμο ίδιου γλωσσικού επιπέδου. Ίσως σε λόγια συμφραζόμενα το "χαριστικός", εφόσον όμως υποστηρίζεται από τη "χαριστικότητα", και σε μικρότερο βαθμό το "δωρητικός".
 

Anni

New member
Υπέροχη λέξη, όντως. Δεν συμφωνώ με το "χαριστικός", γιατί το "δοτικός" έχει περισσότερο την έννοια της φροντίδας, της άυλης προσφοράς.
 
Top