bedesten = μπεζεστένι

Πότε-πότε συναντώ μια λέξη που μου κάνει μεγάλη εντύπωση, κι αυτή η λέξη είναι μία τέτοια.

Αν πάτε στο Kızlarağası Hanı http://img118.imageshack.us/i/resim6sg1.jpg/#q=Kızlarağası Hanı στη Σμύρνη, πάνω σε κάθε είσοδο θα δείτε στον τοίχο αυτή τη λέξη. Π.χ. çuha bedesteni. (Πώς λέγεται çuha σε σας; Χρησιμοποιείται και σήμερα; Στα αγγλικά λέγεται broadcloth.)

Το Kızlarağası Hanı βρίσκεται στο Kemeraltı, ένα τεράστιο παζάρι στο κέντρο της Σμύρνης. Μήπως ξέρει κάποιος πώς λεγόταν Kemeraltı στα ελληνικά;

Τα λεξικά φάσκουν και αντιφάσκουν, αλλά ένας γέρος Τούρκος μου είπε ότι παλιότερα κάθε διάδρομος του χανιού είχε μαγαζιά που πουλούσαν μόνο ένα είδος εμπορευμάτων, π.χ. ασήμι (gümüş), οπότε ο διάδρομος του ασημιού λεγόταν gümüş bedesteni.

Του είπα "Bana bir harf öğretenin kırk yıl kölesi olurum" (Να γίνω ο δούλος αυτού που μου διδάσκει ένα γράμμα για 40 χρόνια) και δάκρυσε από συγκίνηση.

Πώς λέγεται το bedesten σε σας; Μπορείτε να μου πείτε κάτι για την ετυμολογία;
 
çuha = τσόχα
bedesten = μπεζεστένι. Σύμφωνα με το λεξικό του Τριανταφυλλίδη,
μπεζεστένι, το [bezesténi] O44 : γενική ονομασία για στεγασμένη αγορά σε τουρκικές ή αραβικές πόλεις. [μσν. μπεζεστένι(ν) < τουρκ. bezesten `αγορά υφασμάτων΄ (από τα περσ.) -ι]
 
Μπεζεστένι έχουμε και στη Θεσσαλονίκη και λειτουργεί ακόμα σαν αγορά (στον δεύτερο όροφο υπάρχει εκθεσιακός χώρος). Εδώ, σ' ένα άρθρο που παρουσιάζει το βιβλίο 'Οθωμανική αρχιτεκτονική στην Ελλάδα', δίνονται και κάποιοι όροι στα ελληνικά και τα τουρκικά.
 
Ευχαριστώ πολύ! Συχνά στα τούρκικα το z και το d αλλάζουν θέση.

Όπως ειπώθηκε, η ετυμολογία πρέπει να είναι απ' την περσική.
μπαζ/μπαζζ (το α προφέρεται σαν το κοντό αγγλικό Α - με την ευκαιρία, η λέξη είναι αραβικής προέλευσης)
συν
-εσταν

Δηλ. "μέρος/χώρος για το ύφασμα"
 
Bezzaz ήταν στα αραβικά ο υφασματέμπορος, και bezzazistan (με περσική κατάληξη) η αγορά. Φαίνεται ότι από παραφθορά σε παραφθορά κατέληξε bedesten στα τούρκικα (η σκέψη που είχα κάνει ότι η εναλλαγή ζ/ντ οφειλόταν σε ένα αραβικό σύμφωνο -δ-, που στα τούρκικα αποδίδεται και με τους δύο τρόπους, π.χ. -ζ- στον καζά και -ντ- στον καντί/καδή, δεν ισχύει' εδώ έχουμε άλλα σύμφωνα, τα κανονικά ζ και ντ αντίστοιχα).
 
Μπεζεστένι είχε και στη Μυτιλήνη.

Είχε ένα μικρομάγαζο στο Μπεζεστένι,
όμως τι να πουλήσει ο δόλιος; -Κατοχή!
Κάνα ρακί... φασκομηλιά, που σε ζεσταίνει...
Πελάτες, σαν και δαύτονε, φτωχοί
(η αρχή από ποίημα του παππού μου)
 
I cannot locate Arabic, so I turned to Turkish, several expressions in Turkish are of Arabic heritage, like «κουλουβάχατα» , “αραβ. kullu-wahad = όλα ένα – ανακατωμένα”. :

Η λέξη «κουλουβάχατα» συγκαταλέγεται στις λιγοστές της γλώσσας μας, όλων των φάσεών της, που μπορούμε να προσδιορίσουμε με κάποιαν ασφάλεια τον πατέρα της. Μα, θα πει κανείς, ελληνική λέξη τα «κουλουβάχατα»; Φυσικά. Ελληνική, όπως κάθε λέξη που, άσχετα με την προέλευσή της, γνωστή, εικαζόμενη ή απολύτως άγνωστη, χρησιμοποιείται επί μακρόν από τον ελληνικό δήμο (για να μη λησμονούμε τον Πλάτωνα, αλλά και τον Σολωμό, που μνημόνευε στον «Διάλογό» του τον Αθηναίο φιλόσοφο και τη διαβεβαίωσή του, στον «Αλκιβιάδη», ότι «εμάνθανε το ελληνίζειν παρά των πολλών»), το νόημά της είναι αμέσως κατανοητό, και μορφολογικά δεν αντιβαίνει στις προδιαγραφές της ελληνικής. Ελληνικά τα κουλουβάχατα όσο και ο (πιθανόν αιγυπτιογενής) χάρτης, η (πιθανόν λατινογενής) φουστανέλα, το (τουρκικό ή περσικό) ντέρτι και τα κούλουμα, που άλλοι τα θέλουν λατινογενή (από το cumulus = σωρός) και άλλοι αλβανικά (από το colum = καθαρός).

Ποιος ο πατέρας λοιπόν της λέξης; Παραθέτω το σχετικό λήμμα από το «Ετυμολογικό λεξικό της κοινής» του Ν. Π. Ανδριώτη (Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 1983): «κουλουβάχατα επίρ. “αραβ. kullu-wahad (= όλα ένα) (Ε. Μπόγκας στην “Αθηνά” 60, 276).
Η λέξη διαδόθηκε από τον τίτλο πολιτικού φυλλαδίου του Θ.Ι. Κολοκοτρώνη (Φαλέζ) “Η Κουλουβάχατα ή αι φύρδην μίγδην σημεριναί ιδέαι”)». Στο δικό του «Ετυμολογικό λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας» (Κέντρο Λεξικολογίας, 2009), ο Γ. Μπαμπινιώτης αποδίδει την πατρότητα της λέξης στον ίδιο τον Θ.Ι. Κολοκοτρώνη. Γράφει: «κουλουβάχατα “αραβ. kullu-wahad = όλα ένα – ανακατωμένα”. Η λ. πρωτοεμφανίστηκε το 1868 σε φυλλάδιο του Θ. Ι. Κολοκοτρώνη, εγγονού του ήρωα της Επαναστάσεως, το οποίο έφερε τον τίτλο: “Η κουλουβάχατα ή αι φύρδην μίγδην σημεριναί ιδέαι”».
Στην πραγματικότητα, πάντως, το βιβλίο, αφιερωμένο «τω αξιοτίμω Κυρίω Γεωργίω Τερτσέτη», εκδόθηκε εκ του Τυπογραφείου Ερμού το 1865.
Στο εξώφυλλό του, όπως μπορεί να διαπιστώσει όποιος αναζητήσει το πρωτότυπο στην πάντα εξυπηρετική ψηφιακή βιβλιοθήκη της «Ανέμης», δεν υπάρχει το μάλλον παράδοξο άρθρο «Η» («Η Κουλουβάχατα»), με το οποίο το καταγράφει τόσο ο Ανδριώτης όσο και ο Μπαμπινιώτης.
Στον Πρόλογό του, γραμμένο την Πρωτοχρονιά του 1865, ο εγγονός του Κολοκοτρώνη, γιος του Γενναίου (το πραγματικό του όνομα ήταν Ιωάννης) και της Φωτεινής Τζαβέλα (ήταν κόρη του Φώτου και Μεγάλη Κυρία των Τιμών της Αμαλίας), εξηγεί ότι η λέξη κουλουβάχατα είναι «αραβική κατά παραφθοράν, σημαίνουσα όλα-ένα ή ανάμικτα».


Στρατιωτικός και πολιτικός ο νεότερος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (1829-1894), γνωστός με το ψευδώνυμο Φαλέζ, υποστηρικτής ενός συστήματος απαρτιζόμενου από τοπικές λαϊκές συνελεύσεις και φίλος των πρώιμων Ελλήνων σοσιαλιστών, ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία και τη δημοσιογραφία, εκδίδοντας βιβλία και αρθρογραφώντας στις εφημερίδες «Ραμπαγάς» και «Ακρόπολις».
Στον Πρόλογο των «Κουλουβάχατων», ενός κειμένου πολιτικής φαντασίας και δριμείας κριτικής των πραγμάτων, καταθέτει ένα ερώτημα που ενδεχομένως θα μπορούσε να θεωρηθεί αέναης επικαιρότητας:
«Και μήπως η κοινωνία μας δεν είναι φύρδην μίγδην; Μη δεν έχει το πλείστον ιδέας άνευ πεποιθήσεων; Μη δεν είμεθα αληθώς Κουλουβάχατα;» «Είναι περίεργον», γράφει στις πρώτες σελίδες αυτής της εκλογοτεχνισμένης μπροσούρας του, αναφερόμενος στις «ιδέες άνευ πεποιθήσεων», «πώς κατώρθωσαν πολλοί να ήναι Οθωνισταί μέχρι της 10. 8βρίου [του 1862, οπότε και καταλύθηκε η δυναστεία του Οθωνα], επαναστάται εν όσω διήρκει η επανάστασις, και έπειτα αίφνης σήμερον να μισήσουν την επανάστασιν εις βαθμόν που φοβούμαι να μη πάθουν οι καϋμένοι».
Βλέπουμε και σήμερα με πόση ευκολία, και με πόσο σταθερές πεποιθήσεις, κυκλοφορούν από κόμματος εις κόμμα διάφοροι πολιτευόμενοι.

Θυμήθηκα τα «Κουλουβάχατα» πρωτίστως για τον εξαιρετικό ύμνο της ελευθεροτυπίας που αρθρώνεται εκεί, έναν ύμνο όντως αέναης επικαιρότητας, αν κρίνουμε και από το μένος διαφόρων Τραμπ ή Ερντογάν εναντίον των εφημερίδων και των καναλιών που τους αντιπολιτεύονται και δεν τους δοξολογούν πειθήνια. Ο Φαλέζ ενσωματώνει στο κείμενό του, με τη μορφή υποσημείωσης, μια επιστολή του, γραμμένη στο Ναύπλιο στις 30 Μαΐου 1862, «προς τους κυρίους Ι. Κολοκοτρώνην, πρωθυπουργόν, και Σπυρο-Μήλιον, υπουργόν των Στρατιωτικών». Τρεις μέρες νωρίτερα ο Ιωάννης/Γενναίος Κολοκοτρώνης, με τον οποίο ο Θεόδωρος δεν είχε αγαθές σχέσεις, είχε σχηματίσει την τελευταία κυβέρνηση του Οθωνα, πριν από την έξωσή του. Αντιγράφω από την επιστολή του υιού προς τον πατέρα-πρωθυπουργό:

«Σεβαστοί μοι! Σας συγχαίρω, διότι πρώτοι ανελάβετε τον δυσκολώτερον των αγώνων. Η κατάστασις, εις ην ευρίσκεται ο τόπος σήμερον, ομοιάζει με κτίριον σαθρόν, όπερ δείται νέας εντελούς μεταπλάσεως, και δυστυχώς διά του αυτού αθλίου υλικού. […] Εάν αφήσητε εις την δημοσιογραφίαν ελευθερίαν απόλυτον, δεν θέλετε ναυαγήσει. Η ελευθερία του τύπου είναι η κατάλληλος μηχανή να καθαρίση τα σκύβαλα εκ του σίτου της δημοσιογραφίας. Εις την Αγγλίαν περιώρισαν το πρώτον τον τύπον, αλλ’ ο τύπος ηχρειώθη, έγεινεν ακόλαστος. Η φρόνιμος κατόπιν Κυβέρνησις τον αφήκε ελεύθερον, και βαθμηδόν η ιδία κοινωνία επεριφρόνησε την λιβελλογραφίαν και τας προσωπικότητας, αναγινώσκουσα μετ’ ευχαριστήσεως όπου απήντα την λογικήν συζήτησιν. Κατέπεσεν τότε φυσικώς το κακόν της δημοσιογραφίας μέρος, και έμεινε η πραγματική δημοσιογραφία. Σώσατε λοιπόν την δημοσιογραφίαν, ούσαν μίαν των δυνάμεων του συνταγματικού βίου, δι’ απολύτου και καλώς εννοουμένης ελευθερίας, αληθούς και ειλικρινούς. Είναι αξίωμα το, μη κατάσχης, διότι αναγινώσκεται πλειότερον το κατασχόμενον. Αφήσατε λοιπόν την ελευθερίαν εις τον τύπον, και μόνον υμάς ίσως τινές ωφελούμενοι εκ τούτου σας υβρίσουν. Αυταπαρνήθητε λοιπόν χάριν του τύπου, και μετ’ ολίγον θα ιδήτε ότι η κοινωνία θα απανθίζη το ωφέλιμον μόνον μέρος, έως ου τα σκύβαλα πετάξη μακράν ο άνεμος της περιφρονήσεως. Ο Ελλην είναι ευφυής, και Κυβέρνησις εφορώσα και ουχί καταδιώκουσα τον τύπον, θέλει τον κάμει μόνον το ορθόν ν’ αναγινώσκη και να σεβασθή πλειότερον τα κυβερνώντα πρόσωπα. […] Η αλήθεια δεν είναι έγκλημα ποτέ. […] Η ελευθερία του λόγου είναι η ενάρετος γυνή, ήτις κεντά την φιλοτιμίαν και σχηματίζει τους ελευθερόφρονας ρήτορας και τους αληθείς πατριώτας. […] Υποσημειούμαι με το προσήκον σέβας ως υιός Θ.Ι. Κολοκοτρώνης».


Επειτα από ενάμιση αιώνα, ο Φαλέζ μάλλον θα ένιωθε υποχρεωμένος να συντάξει το ίδιο γράμμα. Αλλά δεν θα ’ξερε πού να το στείλει.
 
Back
Top