τόνγκα

nickel

Administrator
Staff member
Ένα άλλο στοιχείο που έχει ενδιαφέρον είναι ότι η χώρα του Ειρηνικού κυκλοφορεί με το -ν- της (Τόνγκα) από τον καιρό της εγκυκλοπαίδειας Δρανδάκη. Δεν ήταν Τόγκα όπως το πιγκ-πογκ ή το Κογκό.
 
από το ισπανικό tonga "κουκούλα"
Δεν την ήξερα την λέξη, την έψαξα στο DRAE και δεν βλέπω την έννοια "κουκούλα". Λέει ότι προέρχεται από το λατινικό tunica, και έχει τρία σημεία:

1. συνώνυμο του tongada, το οποίο σημαίνει:
α. Στρώση που καλύπτει ή περιβάλλει κάτι
β. Πράγμα απλωμένο πάνω σε κάτι
γ. Στίβα από αντικείμενα το ένα πάνω στο άλλο

2. Αργεντινή και Κολομβία: συνώνυμο του tarea (δουλειά, αγγαρεία, κάτι σαν το αγγλικό task)

3. Κανάρια και Κούβα: Στίβα αντικειμένων τακτικά στιβαγμένων (ο πλεονασμός είναι του λεξικού, όχι δικός μου)

Η 3η έννοια του 1ου σημείου, καθώς και η έννοια του 3ου σημείου, θυμίζει πολύ αυτό με τα καπνά που λέγατε, μόνο που στα ισπανικά μοιάζει να έχει εφαρμογή και σε άλλα είδη, όχι μόνο σε καπνά.
 

nickel

Administrator
Staff member
Δυσκολεύομαι να καταλάβω πώς πήδησε αυτό το ισπανικό και έφτασε στην αργκοτική «έβαλε τόγκα» (=φέσωσε, εξαπάτησε).
Γι' αυτό ψάχνω να δω τι γίνεται με την τουρκική αργκοτική tonga:
tonga slang trick, fast one. ––ya basmak/düþmek/oturmak to be tricked, be conned, be taken in. ––ya bastýrmak /ý/ to trick, con, play (someone) for a sucker.
 

bernardina

Moderator
Δυσκολεύομαι να καταλάβω πώς πήδησε αυτό το ισπανικό και έφτασε στην αργκοτική «έβαλε τόγκα» (=φέσωσε, εξαπάτησε).
Γι' αυτό ψάχνω να δω τι γίνεται με την τουρκική αργκοτική tonga:
tonga slang trick, fast one. ––ya basmak/düþmek/oturmak to be tricked, be conned, be taken in. ––ya bastýrmak /ý/ to trick, con, play (someone) for a sucker.


Επιβεβαίωσα από άνθρωπο βορειοελλαδίτικης καταγωγής με μικρασιάτικη ρίζα ότι πράγματι τόνγκα είναι η δαγκωνιά, δηλαδή το φέσι :)
 

Palavra

Mod Almighty
Staff member
Στα τουκρικά tonga σημαίνει παγίδα, σάπιο σανίδι. Με τη σειρά: tongaya basmak = «πατάω στο σάπιο σανίδι», δηλ. πέφτω σε παγίδα, tongaya düşmek = «πέφτω στην παγίδα», tongaya oturmak = «κάθομαι στο σάπιο σανίδι», πέφτω στην παγίδα. Στα λεξικά δεν υπάρχει άλλη σημασία της, αλλά θα το κοιτάξω πιο διεξοδικά από αύριο (πρέπει να φύγω, σόρι! :))
 

nickel

Administrator
Staff member
Οι σεφαραδίτες Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, δεν είναι μια καλή εξήγηση;
Βεβαίως. Δεν ζητάω και τεκμηρίωση, γιατί θα ήμουν υπερβολικός στις απαιτήσεις μου — αν και θα ήταν ιδανικό για τις ετυμολογήσεις που μας φαίνονται ξεκάρφωτες.
 

Zazula

Administrator
Staff member
Λοιπόν, εγώ η μόνη τόγκα που ήξερα είχε σχέση με τα καπνά, και ιδού:

Με την οικονομική κρίση του 1930 οι εξαγωγές ελαχιστοποιούνται. Το μεροκάματο μειώνεται στις 27 δραχμές για τη γυναίκα και 50 για τον άντρα. Το 1993 οι καπνέμποροι εγκαταλείπουν την κλασσική επεξεργασία και εισάγουν την τόγκα, κατά την οποία τα φύλλα χωρίζονται μεν ποιοτικά, όμως δεν δεματοποιούνται αλλά τσαλακώνονται στα πατητήρια για να δεματοποιηθούν στο τέλος.

Στην τόγκα δουλεύουν γυναίκες ενώ οι άντρες απολύονται. Μετά από απεργίες και καταλήψεις επιτυγχάνεται η ισότιμη συμμετοχή των ανδρών στην τόγκα και η κατοχύρωση του επαγγέλματος, η οποία αίρεται το 1953. Σήμερα μόνο ελάχιστες καπναποθήκες λειτουργούν στην Ξάνθη και στην Καβάλα. Άλλωστε οι περισσότερες καπναποθήκες έχουν ήδη κατεδαφιστεί.


(από εδώ)
Οπότε πρέπει να διορθωθεί ανάλογα και το σχετικό που είχα γράψει εδώ για τον Νόμο περί Τόγκας:https://www.lexilogia.gr/threads/Η-...ατυπώσεις-που-διχάζουν.8033/page-2#post-94976 — προφανώς η πηγή που χρησιμοποίησα έμπλεξε την τόγκα που εξηγεί η Crystal εδώ με την τόγκα "κουμαρούνα", κι έτσι παρασύρθηκα κι εγώ κατά την αντιγραφή.
 
Top