στρόμβος = (spinning) top | conch. Και στρομπόλι...

nickel

Administrator
Staff member
Από το ρήμα στρέφω και το επίθετο στρεβλός είχαν οι αρχαίοι Έλληνες το ουσιαστικό στρόβος με τη σημασία «δίνη, περιστροφή». Από αυτόν προέκυψε ο στρόβιλος, που έκανε καλή καριέρα και μεγάλη οικογένεια. Καριέρα έκανε και ο στρόμβος, με την ίδια προέλευση (στρεβλός), μόνο που αυτός είχε κι ένα «εκφραστικό ένθημα», όπως λέγεται το -μ- που χώθηκε στη μέση. Δείτε τις πολλές σημασίες του στρόμβου, όπως τις σκανάρισα από τον Πάπυρο, καθώς το λήμμα λείπει από το ηλεκτρονικό λεξικό (κάποια μέρα θα πρέπει να γράψω για τον τεράστιο ρόλο των προγραμματιστών στο να φέρουν τη γλώσσα κοντύτερά μας — και τα λιγοστά θύματα αυτής της τεράστιας προσφοράς. Ειδικό αφιέρωμα αξίζει ο προγραμματιστής του λεξικού Κοραής και η σχέση αγάπης και μίσους που έχει αναπτυχθεί ανάμεσά μας χωρίς να το ξέρει ο ίδιος.) Προσθέτω αγγλικά μεταφράσματα:


στρόμβος, ο
  • (γενικά) κάθε σχετικά βαρύ σφαιρικό ή κυλινδρικό σώμα που στρέφεται γύρω από τον άξονά του και, κυρίως, η σβούρα· (spinning) top
  • το συνεστραμμένο, σπειροειδές άνω άκρο τού οστράκου τών σαλιγκαριών, αλλ. κόγχη· ΣΝίκελ: Δεν μας τα λέει καλά. Προτιμώ του Δημητράκου: το συνεστραμμένο ήτοι σπειροειδές και προς τα άνω εις οξύ στενούμενον όστρακον των κοχλιών· conch, trumpet shell
  • (νεοελλ.) (ζωολ.) γένος θαλάσσιων γαστερόποδων μαλακίων, τυπικός αντιπρόσωπος τής οικογένειας στρομβίδες, που απαντά στα θερμά ρηχά νερά τών τροπικών θαλασσών και αφθονεί στους κοραλλιογενείς υφάλους, με γνωστότερο είδος το Strombus gigas· true conch (Strombus), queen conch (Eustrombus gigas). Στο διαδίκτυο διαβάζω ότι στρόμπος λέγεται κι αυτό το μαλάκιο.
  • ειδικό εργαλείο συστροφής σχοινιών· ΣΝίκελ: Αυτή η σημασία υπάρχει σε όλα τα παλιότερα και νεότερα λεξικά, αλλά δεν έχω ιδέα πώς είναι αυτός ο στρόμβος· έχω την εντύπωση ότι πρόκειται για εκείνες τις περιπτώσεις όπου τα λεξικά κουβαλάνε σημασίες επειδή δεν ξέρουν αρκετά για το θέμα ώστε να τις πετάξουν. Εγώ δυστυχώς θα τη σνομπάρω κανονικότατα.
  • (αρχ.) 1. ανεμοστρόβιλος· whirlwind
  • 2. όστρακο που χρησίμευε ως σάλπιγγα· trumpet shell
  • 3. το σαλιγκάρι· snail
  • 4. ο καρπός τού πεύκου ή τού ελάτου, το κουκουνάρι· pine cone
  • 5. ηλακάτη, ρόκα· spindle.

Έξω από τα λεξικά, στο διαδίκτυο, βλέπω να γράφουν κάποιοι στρόβος για τη σβούρα αντί για στρόμβος, αλλά βλέπω να συμβαίνει αυτό και στον Πάπυρο, λήμμα στρόβος (αγγλ. top, γαλλ. toupie) «(Φυσ.)• στερεό, απιοειδούς συνήθως σχήματος, σώμα που καταλήγει σε ακίδα. όπως η κοινή σβούρα τών παιδικών παιχνιδιών». Μα γιατί ξεχνάνε όλοι κοτζάμ «εκφραστικό ένθημα»; Προτιμήστε τον στρόμβο.
Νομίζω ότι η λέξη στρόβος χρειάζεται για να αποδώσει κάποιες εξειδικευμένες χρήσεις του strobe που έρχονται απέξω, π.χ. http://metakrivias.com/easyconsole.cfm?page=word_meaning&w_id=1684&wlang=gr

Σ’ αυτές τις λέξεις που μας ήρθαν απέξω ανήκει το στροβοσκόπιο (stroboscope, που φυσικά φτιάχτηκε με βάση τον στρόβο «περιστροφή») ή στροβοσκοπικός δίσκος (stroboscopic disk), εφεύρεση της δεκαετίας του 1830, όμοια με το φενακιστοσκόπιο (phenakistoscope) και το ζωοτρόπιο (ζωητρόπιο στον Πάπυρο, zoetrope), όλα οπτικές συσκευές που δημιουργούσαν την ψευδαίσθηση κινούμενων σχεδίων λόγω του οπτικού μετεικάσματος.




Η λειτουργία του φενακιστοσκόπιου

Περισσότερα γι’ αυτά τα μαραφέτια:
http://en.wikipedia.org/wiki/Stroboscope
http://en.wikipedia.org/wiki/Stroboscopic_disk
http://en.wikipedia.org/wiki/Phenakistoscope
http://en.wikipedia.org/wiki/Zoetrope
http://www.eugenfound.edu.gr/frontoffice/popup.asp?cpage=cdog&oid=127

Και (ΛΝΕΓ) για στροβοσκοπία (stroboscopy):
στροβοσκοπία (η) {χωρ. πληθ.} ΤΕΧΝΟΛ. η παρατήρηση περιοδικής κινήσεως ή ταχέως εξελισσόμενου φαινομένου με τη χρήση φωτισμού με διακοπτόμενες αναλαμπές βραχείας διάρκειας, οι οποίες εκπέμπονται στην κατάλληλη συχνότητα.

Από εκεί έχουμε το stroboscopic effect, στροβοσκοπικό φαινόμενο και τον στροβοσκοπικό φωτισμό (Πάπυρος: «φωτισμός ενός ταχέως εξελισσόμενου φαινομένου μέσω περιοδικών αναλαμπών βραχείας διάρκειας που εκπέμπονται με κατάλληλη συχνότητα»), strobe lighting.

Τα στροβοσκοπικά φώτα (strobe lights), οι στροβοσκοπικές λυχνίες / λάμπες (strobe lamps), άκλιτα στην καθημερινή γλώσσα το στρόμπο, τα στρόμπο (strobes) με μία λέξη, δίνουν στους χορευτές των κλαμπ την ψευδαίσθηση της αργής κίνησης.

Λένε τα Ημισκούμπρια στο τραγούδι τους Στην ντισκοτέκ: «Χορεύω Μάικλ Τζάκσον, με καμαρώνουν όλοι, / κι η άσπρη μου η κάλτσα φωσφορίζει στο στρομπόλι». (Στο black light φωσφορίζει, αλλά άλλη ώρα θα το πιάσουμε αυτό. Αρκετή Φυσική για μία μέρα.)

Στο στρομπόλι Στην ντισκοτέκ

Δεν βγαίνει από εκεί το Στρόμπολι (Stromboli), το νησάκι του Τυρρηνικού Πελάγους με το ηφαίστειο. Το όνομά του είναι παραφθορά του παλιού ελληνικού ονόματός του, Στρογγύλη. Αλλά από τον στρόμβο προέκυψε και ο στρουμπουλός.
 

drsiebenmal

HandyMod
Staff member
Εξαιρετικό!

ειδικό εργαλείο συστροφής σχοινιών· ΣΝίκελ: Αυτή η σημασία υπάρχει σε όλα τα παλιότερα και νεότερα λεξικά, αλλά δεν έχω ιδέα πώς είναι αυτός ο στρόμβος· έχω την εντύπωση ότι πρόκειται για εκείνες τις περιπτώσεις όπου τα λεξικά κουβαλάνε σημασίες επειδή δεν ξέρουν αρκετά για το θέμα ώστε να τις πετάξουν. Εγώ δυστυχώς θα τη σνομπάρω κανονικότατα.

Η περιγραφή ταιριάζει με αυτό:

 
Top