Σωστά, altan. Πρόκειται για
τύπο προστακτικής του ρήματος κινάω/κινώ.
el.wiktionary.org
κινώ
2. (
αμετάβατο)
ξεκινώ (για να πάω κάπου)
Πρωί πρωί κινήσαμε για τη δουλειά.
3. (
μεταβατικό)
ξεκινώ Πήγαινε σε ένα δικηγόρο να κινήσει τις διαδικασίες για την αναγνώριση της κληρονομιάς. Οι αρμόδιοι πρέπει να κινήσουν τον κατάλληλο μηχανισμό για την εκπόνηση της σχετικής μελέτης.
4. (
μεταβατικό)
προκαλώ Βρες τι είναι αυτό που τους κινεί το ενδιαφέρον
el.wiktionary.org
Last edited: